Η ελληνική πρωτογενής παραγωγή μπορεί να προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνδεθεί με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, τόνισε ο ιδρυτής, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της EOS Capital Partners, Απόστολος Ταμβακάκης, μιλώντας στο Cantina Academy Round Table, που πραγματοποιήθηκε σήμερα Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου, με αντικείμενο την πορεία της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής έως το 2040. Όπως υποστήριξε, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία επενδυτικών ευκαιριών στον αγροτικό τομέα, αλλά η έλλειψη κατάλληλων επιχειρηματικών σχημάτων, αποτελεσματικής οργάνωσης και εμπορικής στρατηγικής.

Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκαν η δυνατότητα συμμετοχής των αγροτών σε οργανωμένα επενδυτικά εγχειρήματα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού των συνεταιρισμών και η δημιουργία συνεργασιών που θα συνδέουν την παραγωγή με την τελική διάθεση των προϊόντων.

Παράλληλα, ο επικεφαλής της EOS Capital Partners ανέδειξε τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Πολιτεία στην οικονομική καθοδήγηση των παραγωγών, επισημαίνοντας ότι η γνώση της καλλιέργειας δεν αρκεί χωρίς σαφή εικόνα για το κόστος, τα περιθώρια κέρδους και τις εμπορικές προοπτικές κάθε προϊόντος.

Απ.Ταμβακάκης: Ο πρωτογενής τομέας είναι επενδύσιμος

Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο ο πρωτογενής τομέας είναι επενδύσιμος, ο Απόστολος Ταμβακάκης ξεκαθάρισε ότι υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες, οι οποίες όμως σήμερα αξιοποιούνται κυρίως έμμεσα, μέσω επιχειρήσεων τροφίμων και ποτών που συνδέονται με την αγροτική παραγωγή.

«Εμείς έχουμε επενδύσει αθροιστικά σε food and beverage πολύ. Αν ενώσουμε όλες τις εταιρείες στις οποίες έχουμε επενδύσει, κάνουμε τζίρο πάνω από 400 εκατ. ευρώ και EBITDA πάνω από 60-65 εκατ. ευρώ» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όπως εξήγησε, η παρουσία των επενδυτικών κεφαλαίων στην αγροδιατροφική αλυσίδα δεν περιορίζεται απαραίτητα στη μεταποίηση, καθώς αρκετές επιχειρήσεις αναπτύσσουν και σημαντική παραγωγική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επενδύσεις στη μεταποίηση και στις επιχειρήσεις τροφίμων μπορούν να λειτουργήσουν ως όχημα για την ανάπτυξη της ίδιας της αγροτικής δραστηριότητας.

Το έλλειμμα επιχειρηματικής γνώσης

Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που ανέδειξε ο Απόστολος Ταμβακάκης αφορά την απόσταση ανάμεσα στην τεχνική γνώση της καλλιέργειας και στην ικανότητα οικονομικής αξιοποίησης της παραγωγής.

Όπως παρατήρησε, στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι με σημαντικές γνώσεις στη γεωπονία και στην παραγωγική διαδικασία, οι οποίοι όμως δεν διαθέτουν πάντοτε την αντίστοιχη εμπειρία στην εμπορική διαχείριση. «Ενώ υπάρχουν καλά μυαλά όσον αφορά το γεωπονικό κομμάτι της παραγωγής, συνήθως οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν επαρκή γνώση για το πώς θα εμπορευματοποιήσουν την πρωτογενή παραγωγή τους, ώστε να έχουν κέρδος» ανέφερε. Μάλιστα, στάθηκε ιδιαίτερα στην αδυναμία ορισμένων παραγωγών να προσδιορίσουν βασικά οικονομικά μεγέθη της δραστηριότητάς τους.

Η επισήμανση αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο πρόβλημα του αγροτικού επιχειρείν: την ανάγκη κάθε παραγωγική επιλογή να βασίζεται όχι μόνο στις καλλιεργητικές δυνατότητες, αλλά και στην αναμενόμενη οικονομική απόδοση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Απόστολος Ταμβακάκης υποστήριξε ότι η Πολιτεία πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικότερο ρόλο στην παροχή οικονομικής πληροφόρησης προς τους παραγωγούς.

«Το υπουργείο θα πρέπει να έχει καταγράψει και να βοηθά τους παραγωγούς να γνωρίζουν τι μπορούν να βγάλουν από κάθε παραγωγή. Στην ουσία, με έμμεσο τρόπο, να τους λέει τι πρέπει να παράξουν για να μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά» τόνισε.

Η πρότασή του παραπέμπει στην ανάγκη συστηματικής οικονομικής παρακολούθησης των καλλιεργειών, ώστε οι αγρότες να διαθέτουν καλύτερα δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων και να περιορίζουν τον κίνδυνο επενδύσεων σε παραγωγές χωρίς επαρκείς προοπτικές κερδοφορίας.

Στο ερώτημα πώς θα μπορούσε ο Έλληνας αγρότης, μέσα στα επόμενα δέκα έως δεκαπέντε χρόνια, να συμμετέχει ο ίδιος σε οργανωμένες επενδύσεις και όχι μόνο έμμεσα, μέσω επιχειρήσεων μεταποίησης, ο Απόστολος Ταμβακάκης ήταν κατηγορηματικός. «Μέσω της σύνδεσής του με την πραγματική αγορά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος».

«Η πραγματική αγορά είναι αυτοί οι οποίοι βιομηχανοποιούν το προϊόν, η πραγματική αγορά είναι οι λιανέμποροι» υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πλέον σοβαρές επιχειρήσεις λιανεμπορίου που εμφανίζονται διατεθειμένες να επενδύσουν στην πρωτογενή παραγωγή.

Το μοντέλο λειτουργίας των συνεταιρισμών

Σημαντικό μέρος της παρέμβασης του Απόστολου Ταμβακάκη επικεντρώθηκε στο μοντέλο λειτουργίας των αγροτικών συνεταιρισμών. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει την εμπειρία χωρών με ανεπτυγμένη συνεταιριστική οργάνωση, όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Δανία.

«Επειδή στην Ελλάδα αρεσκόμαστε να ξαναανακαλύπτουμε τον τροχό, ας δούμε τι έχουν κάνει άλλες χώρες» ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο προϋποθέτει αλλαγή κουλτούρας. Ένα από τα προβλήματα που εντοπίζει αφορά την πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο οικονομικό συμφέρον του παραγωγού και στη συνολική εμπορική βιωσιμότητα του συνεταιρισμού.

«Ο παραγωγός κοιτάει να μπορέσει να πουλήσει την παραγωγή του στον συνεταιρισμό στην καλύτερη δυνατή τιμή. Το οποίο είναι σωστό από μεριάς του, αλλά δεν μπορείς να αποσυνδέσεις τη δικιά σου τιμή από το πόσο θα πουληθεί το προϊόν, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό» εξήγησε.

Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικός συντονισμός, με διοικήσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τόσο το συμφέρον των παραγωγών όσο και τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

Αναφερόμενος στο εξωτερικό, σημείωσε ότι εκεί οι συνεταιρισμοί διαθέτουν πολυετή εμπειρία στη διοίκηση, στη διαχείριση και στην εξαγωγική δραστηριότητα. «Οι συνεταιρισμοί πια λειτουργούν σαν πολυεθνικές. Είναι εντυπωσιακό πώς λειτουργούν οι συνεταιρισμοί στο εξωτερικό» υποστήριξε. Όπως περιέγραψε, διαθέτουν οργανωμένα διοικητικά συμβούλια, πολυφωνία στη λήψη αποφάσεων και διαδικασίες αυξημένων πλειοψηφιών για σημαντικές επιχειρηματικές επιλογές, μεταξύ των οποίων και η επέκταση σε διεθνείς αγορές.

«Υπάρχουν συνεταιρισμοί στο εξωτερικό που το 70%-80% των δραστηριοτήτων τους, της παραγωγής τους, πηγαίνει σε 70-80 χώρες στο εξωτερικό. Και μιλάμε για χώρες μικρές, όπως η Δανία, η Αυστρία. Δεν μιλάμε για τεράστιες χώρες. Άρα, γίνεται αυτό» τόνισε.

Ο ρόλος του υπουργείου και η νέα γενιά παραγωγών

Παράλληλα με την ανάγκη επιχειρηματικού μετασχηματισμού, ο Απόστολος Ταμβακάκης αναγνώρισε ότι ήδη υπάρχει μια νέα γενιά παραγωγών που αντιλαμβάνεται διαφορετικά την οικονομική λειτουργία της γεωργίας. «Έχουμε παραγωγούς νέας γενιάς που σκέφτονται ακριβώς όπως τα συζητάμε» επισήμανε, τονίζοντας ωστόσο ότι η αλλαγή δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην ατομική πρωτοβουλία.

Κατά τον ίδιο, απαιτείται και συγκεκριμένη κατεύθυνση από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προκειμένου οι παραγωγοί να αποκτήσουν καλύτερη ενημέρωση και να κατανοήσουν τις δυνατότητες επιχειρηματικής μετεξέλιξης.