«Η ελληνική αγροτική παραγωγή χρειάζεται στήριξη με προοπτική» τόνισε ο Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, κατά την ομιλία του στο πάνελ με αντικείμενο «Η Κεντρική Μακεδονία ως πυλώνας παραγωγικής και γαστρονομικής ταυτότητας», στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».

Ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, τοποθετήθηκε σχετικά με τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, επισημαίνοντας ότι η συγκυρία αποτελεί αφορμή για συζήτηση, αλλά όχι την ουσία του προβλήματος.

«Η αφορμή εντάσσεται σε μια αναπόδραστη συνθήκη σύμπτωσης συγκυριών», τόνισε, εξηγώντας ότι το 2026 και το 2027 συνυπάρχουν δύο κύκλοι: ο πολιτικός-τεχνικός, που αφορά την εν εξελίξει κοινή αγροτική πολιτική, και ο νέος κύκλος που επικεντρώνεται στη συζήτηση για τη βιωσιμότητα της πρωτογενούς παραγωγής.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική είναι και πρέπει να είναι ένα βασικό εργαλείο εισοδηματικής στήριξης.

«Δεν ξεκινάμε από το μηδέν», δήλωσε ο κ. Κοντογεώργης, επισημαίνοντας τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει: επενδύσεις περίπου 1,5 δισ. ευρώ για αρδευτικά έργα σε περιοχές όπως τα Ορφανά, χρηματοδότηση θερμοκηπιακών καλλιεργειών ύψους 300 εκατ. ευρώ, ενίσχυση νέων γεωργών και σημαντικά αγροτικά έργα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, η στήριξη μέσω συνεταιριστικών σχημάτων και διεπαγγελματικών οργανώσεων, όπως η ΕΘΕΑΣ, έχει δώσει φωνή και έκφραση στον αγροτικό κόσμο.

Ο Υφυπουργός υπογράμμισε ότι η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή πολιτική: «Πρέπει να ενισχύσουμε τις βασικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν να κάνουν με τη συνοχή της κοινωνίας. Η κοινή αγροτική πολιτική είναι και πρέπει να είναι ένα βασικό εργαλείο εισοδηματικής στήριξης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η στήριξη πρέπει να στοχεύει όχι μόνο στη διατήρηση του εισοδήματος, αλλά και στην αυτονομία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής.

Όπως εξήγησε, οι Έλληνες παραγωγοί καλούνται να ανταποκριθούν σε υψηλά πρότυπα όσον αφορά το περιβάλλον, τη διαβίωση των ζώων και την ποιότητα της παραγωγής, σε ένα πλαίσιο αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού, που πολλές φορές λειτουργεί και ως μειονέκτημα.

Η προοπτική είναι να συνδυαστεί η στήριξη του εισοδήματος με την παραγωγική δραστηριότητα, ώστε να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα.

Ο Υφυπουργός επισήμανε ότι η τρέχουσα περίοδος, παρά το γεγονός ότι είναι προεκλογική, αποτελεί ιστορική ευκαιρία για την ελληνική γεωργία, με την ανάγκη να αναπτυχθεί διακομματικός διάλογος, να προχωρήσει η ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού και να δοθεί προτεραιότητα σε μικρές εκμεταλλεύσεις και μικρούς κλήρους, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια και τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα.

Σε ερώτηση του Διευθυντή του Πρώτου Θέματος, Μπάμπη Κούτρα, σχετικά με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και τον τρόπο αξιοποίησής τους για την αγροτική ανάπτυξη ο Θανάσης Κοντογεώργης επισήμανε ότι υπάρχουν περιορισμοί που καθιστούν δύσκολη την πλήρη αξιοποίηση των πόρων: «Σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε πετύχει, σε άλλες όχι. Το ζήτημα των νέων αγροτών, των εξαγωγών και της διαχείρισης υδάτων παραμένει κρίσιμο».

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η συμμετοχή των νέων αγροτών (κάτω των 40 ετών) στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε από το 20% το 2020 στο 37%, χωρίς ωστόσο να ωραιοποιείται η κατάσταση, καθώς συνεχίζεται η αποχώρηση και η ανάγκη για υποστήριξη μέσω προγραμμάτων και τεχνικής εκπαίδευσης. Τόνισε επίσης την πρόοδο στις εξαγωγές, με θετικό ισοζύγιο για πρώτη φορά μετά από 45 χρόνια, ενώ σημείωσε ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στον τομέα της μεταποίησης και των αλυσίδων αξίας.

Σχετικά με τη γεωμορφολογία, ανέφερε ότι σε κάποιες περιοχές υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών, ενώ υπογράμμισε την ανάγκη για καλύτερη καταγραφή και διαχείριση των αδρανών γαιών.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διαχείριση των υδάτων και την κλιματική κρίση, σημειώνοντας ότι απαιτούνται σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών, διαχείρισης κινδύνων πλημμύρας και αγροκλιματική ζωνοποίηση για τη σωστή κατανομή των καλλιεργειών ανά περιοχή.

Ο κ. Κοντογεώργης τόνισε ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) θα συνεχίσει να είναι εργαλείο στήριξης του αγροτικού εισοδήματος, αλλά πλέον με αναθεωρημένη λογική, συνδέοντας τις επιδοτήσεις με τον ενεργό αγρότη και την πραγματική αγροτική εκμετάλλευση, αντί για τον παθητικό κάτοχο γης: «Όλες οι επιδοτήσεις και με το ξεκαθάρισμα της κατάστασης που γίνεται αυτό το διάστημα θα κατευθύνονται προς αυτούς», σημείωσε.

Ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι η νέα ΚΑΠ, η οποία θα εφαρμοστεί από το 2028 και μετά, στοχεύει στη σύνδεση της παραγωγής με τις επιδοτήσεις, στην ενίσχυση της καινοτομίας, της εξωστρέφειας και της βιωσιμότητας των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ενώ η διαμόρφωση της θα ολοκληρωθεί πιθανότατα και εντός της ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε.

Σε συνέχεια της συζήτησης για την αγροτική ανάπτυξη και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ο Διευθυντής του Πρώτου Θέματος, Μπάμπης Κούτρας, επανήλθε με ερώτηση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κεντρική Μακεδονία και η Θράκη, τονίζοντας τα δημογραφικά προβλήματα, τις χαμηλές επενδύσεις και την περιορισμένη παραγωγικότητα. Ο κ. Θανάσης Κοντογεώργης, επεσήμανε ότι η ελληνική περιφέρεια έχει λάβει σημαντικούς πόρους – περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ τα τελευταία είκοσι χρόνια – αλλά η απόδοση τους δεν ήταν πάντα η αναμενόμενη, κυρίως λόγω έλλειψης συντονισμού μεταξύ κυβέρνησης και αυτοδιοίκησης. Όπως εξήγησε, η δουλειά της κυβέρνησης δεν είναι μόνο να εγκρίνει έργα και να κατανέμει πόρους, αλλά να εντάσσει την περιφερειακή οπτική στις εθνικές πολιτικές και να συντονίζει τα υπουργεία, ώστε κάθε περιοχή να αντιμετωπίζεται ολιστικά και με προοπτική.

Με αφορμή την τοποθέτηση της κυρίας Σαράντη για τον στρατηγικό σχεδιασμό, ο κ. Κοντογεώργης παρουσίασε τη νέα εθνική στρατηγική για την περιφερειακή και τοπική ανάπτυξη, που αναπτύσσεται τα τελευταία ενάμιση χρόνο με συμμετοχή της αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών. Ο σχεδιασμός αυτός προβλέπει συντονισμό όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων για την περίοδο έως το 2035, συμπεριλαμβανομένων των υπολοίπων από το ΕΠΑ και το ΕΣΠΑ, καθώς και των νέων ευρωπαϊκών και εθνικών προγραμμάτων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Κεντρική Μακεδονία και τη Θράκη, επισημαίνοντας ότι η στρατηγική επικεντρώνεται στη βιωσιμότητα και ασφάλεια των περιοχών, στη συγκράτηση του πληθυσμού, την ανανέωση του εργατικού δυναμικού και την ενίσχυση της μεταποίησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ποσοστό της βιομηχανικής μεταποίησης αυξήθηκε σχεδόν διπλασιαστικά, ενώ οι επενδύσεις συνεχίζονται. Η πρόθεση είναι να παρουσιαστεί ο κορμός του εθνικού σχεδιασμού εντός των επόμενων μηνών από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό.

Ο υφυπουργός κατέληξε ότι για πρώτη φορά κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. θα έχει την υποχρέωση να έχει ένα κοινό εθνικό σχέδιο για την περιφέρεια, με συνεργασία κυβέρνησης και αυτοδιοίκησης. «Μόνο μέσα από συντονισμένη δράση και συμμετοχή όλων των φορέων θα μπορούμε να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα για τις περιοχές μας».

Προτεραιότητες για την ανάπτυξη της περιφέρειας

Ο κ. Κοντογεώργης τόνισε ότι «η βασική διεκδίκηση της χώρας και η επένδυση που κάνει είναι στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις αυτό διεκδικούμε από την Ευρώπη το επόμενο διάστημα σε πόρους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι και το νερό».

Τέλος, κατέληξε ότι λόγω της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας της χώρας, η Κυβέρνηση προχωρά σε δράσεις για μείωση του κόστους και βελτίωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως ο τρέχων διαγωνισμός επιδοτούμενης γραμμής για τρία χρόνια, ώστε τα εμπορεύματα από τις βιομηχανίες του Έβρου να φτάνουν δωρεάν στον Πειραιά, ενώ παράλληλα αξιολογούνται και άλλες ιδέες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας και της παραγωγικότητας.

Ποιος είναι ο Θανάσης Κοντογεώργης

Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ από τον Ιούνιο του 2023, με κύριες αρμοδιότητες τον συντονισμό και την παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου, με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις, την επικαιροποίηση και την εποπτεία της εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής για την περιφερειακή και τοπική ανάπτυξη, την εκπόνηση των τοπικών σχεδίων ανάπτυξης και τη σύμπλεξη της στρατηγικής με τις οριζόντιες εθνικές πολιτικές, που την καθορίζουν.

Το διάστημα 2019-2023 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας Συντονισμού στην Προεδρία της Κυβέρνησης, με χαρτοφυλάκιο τον προγραμματισμό και τον συντονισμό των κυβερνητικών δράσεων για την υλοποίηση των κεντρικών πολιτικών της κυβέρνησης, του ευρωπαϊκού προγράμματος Ενισχυμένης Εποπτείας και του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», για την αντιμετώπιση κρίσεων, καθώς και τη θεσμική και επιχειρησιακή ενδυνάμωση των δομών συντονισμού στο κέντρο διακυβέρνησης της χώρας.

Την περίοδο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής και μέχρι το 2014, διετέλεσε σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης, παρέχοντας υποστήριξη σε θέματα νομικά, δημόσιας πολιτικής και στρατηγικής, ενώ συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ.

Είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας, απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών και της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές του στη Δημόσια Πολιτική και Διοίκηση, στο Πανεπιστήμιο Harvard των ΗΠΑ . Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.