«Η γαστρονομία δεν είναι μόνο παράδοση, είναι εργαλείο εξωστρέφειας και πολιτιστικής προβολής» ανέφερε η Κοσμήτορας του Perrotis College της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, Κική Ζηνοβιάδου, κατά την ομιλία της στο πάνελ με αντικείμενο «Η γαστρονομία στην εκπαίδευση, ως εργαλείο πολιτισμού και εξαγωγική δύναμη» στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».
Στο επίκεντρο της ομιλίας της βρέθηκε η σύνδεση με την πρωτογενή παραγωγή και την αξία της πρώτης ύλης. «Προσπαθούμε να δώσουμε αυτή την ολιστική προσέγγιση στους σπουδαστές μας, να κατανοήσουν την αξία της πρώτης ύλης, πώς αυτή μετά μπορεί να μεταποιηθεί και πώς μετά μπορεί να αποτελέσει ένα προϊόν-πρεσβευτή όλης μας της πολιτιστικής κληρονομιάς», εξήγησε. Η κα. Ζηνοβιάδου επισήμανε ότι, παρά την πλούσια ελληνική παραγωγή, πολλές φορές στην εστίαση χρησιμοποιούνται πρώτες ύλες που δεν βασίζονται σε ελληνικά προϊόντα, κάτι που η εκπαίδευση στοχεύει να αλλάξει.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη γεωγραφική και πολιτιστική σημασία της Θεσσαλονίκης: «Η Θεσσαλονίκη είναι ουσιαστικά ένα σταυροδρόμι πολλών πολιτισμών και γαστρονομικής κουλτούρας με πολλές επιρροές», σημείωσε, εξηγώντας πως αυτή η πολυπολιτισμική παράδοση δίνει έμπνευση για νέες ιδέες που ενσωματώνονται στα μαθήματα επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης νέων προϊόντων.
Η κα. Ζηνοβιάδου πρόσθεσε: «Πραγματικά προσπαθούμε όλα αυτά, και τα προϊόντα και τις ιδέες που έχουν οι σπουδαστές μας, να τα μεταφράσουμε σε κάτι πιο σύγχρονο που θα έχει αποδοχή». Το μήνυμά της ήταν σαφές: η γαστρονομία δεν είναι μόνο παράδοση· είναι εργαλείο εξωστρέφειας, πολιτιστικής προβολής και δημιουργίας προϊόντων που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρεσβευτές της ελληνικής κουλτούρας στο εξωτερικό.
Η ίδια ανέδειξε το ρόλο του ψηφιακού μετασχηματισμού στην ελληνική γαστρονομία και την πρωτογενή παραγωγή. «Τα ψηφιακά μέσα μόνο σύμμαχος μπορεί να είναι σε όλη αυτή την προσπάθεια, για πάρα πολλούς και διαφορετικούς λόγους», υπογράμμισε, επισημαίνοντας την αξία τους τόσο για παραγωγούς όσο και για καταναλωτές.
Στην πρωτογενή παραγωγή, σύμφωνα με την κα. Ζηνοβιάδου, τα ψηφιακά εργαλεία επιτρέπουν μοντέλα πρόβλεψης καιρικών συνθηκών και βελτιώνουν την ποιότητα και την αποδοτικότητα των προϊόντων. «Αυτό κάνει και η Ολλανδία που έχει 10 φορές περισσότερο από εμάς, το Ισραήλ που έχει 6. Είναι μέσα δηλαδή που μπορούν να βοηθήσουν πολύ», ανέφερε.
Η τεχνολογία, όμως, δεν εξυπηρετεί μόνο τον παραγωγό. Οι καταναλωτές μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν εφαρμογές που δημιουργούν προσωπικές συνταγές ή προτεινόμενα μενού, προσαρμοσμένα σε διατροφικές ανάγκες ή προσωπικές προτιμήσεις. Επιπλέον, η τάση της εντοπιότητας – το λεγόμενο locality – έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά μετά την πανδημία COVID-19. «Οι καταναλωτές θέλουν να μαθαίνουν από πού προέρχεται η τροφή τους. Πλέον βλέπουμε τεχνολογίες blockchain να εμπλέκονται στην πληροφόρηση αυτή», εξήγησε η κα. Ζηνοβιάδου.
«Δεν είναι πλέον η τροφή μόνο οι θερμίδες, είναι μια εμπειρία, είναι μια κουλτούρα και τα ψηφιακά μέσα μπορούν να βοηθήσουν πάρα πάρα πολύ σε αυτό το κομμάτι». Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ψηφιακή τεχνολογία δεν αντικαθιστά την παράδοση, αλλά τη μεταμορφώνει σε σύγχρονη εμπειρία και εργαλείο εξωστρέφειας» πρόσθεσε.
«Τουλάχιστον 7 στις 10 νέες ιδέες θα αποτύχουν λόγω κακής μελέτης της αγοράς»
Η κα. Ζηνοβιάδου αναφέρθηκε στις προκλήσεις και τις στρατηγικές που χρειάζονται οι τοπικοί παραγωγοί για να εισέλθουν με επιτυχία στην παγκόσμια αγορά. «Δυστυχώς, κάθε μικρός παραγωγός ονειρεύεται να μπει σε ένα ράφι στο εξωτερικό, αλλά δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι χρειάζεται ποσότητα για όλη αυτή την περίπτωση», τόνισε, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνεργασιών και των συνεταιρισμών, αλλά και νέων σχημάτων συνεργασίας.
Η κα. Ζηνοβιάδου συμβούλεψε τους νέους επιχειρηματίες να επισκέπτονται εκθέσεις – όχι ως εκθέτες, αλλά ως επισκέπτες – ώστε να παρατηρούν τις τάσεις και τις απαιτήσεις της αγοράς. Παράλληλα, επισήμανε το μεγάλο πρόβλημα στην ανάπτυξη νέων προϊόντων: «Τουλάχιστον 7 στις 10 νέες ιδέες θα αποτύχουν και αυτό λόγω κακής μελέτης της αγοράς».
Η διαφορά, όπως εξήγησε, έγκειται στην επιθυμία του καταναλωτή: «Δεν πρέπει να φτιάξουμε τρόφιμα τα οποία είναι απλά ωραία, πρέπει ο καταναλωτής να τα ποθεί. Είναι διαφορετικό να θέλω να φάω μια σοκολάτα και άλλο να θέλω να φάω τη σοκολάτα της Κικής. Εκεί είναι η επιτυχία».
Η Κοσμήτορας τόνισε επίσης τη σημασία της ορθής στόχευσης: «Πρέπει να καθορίσουμε πολύ συγκεκριμένο target group, να βλέπουμε την ανάγκη αυτού που τελικά το καταναλώνει και όχι μόνο αυτού που το αγοράζει. Μόνο έτσι μπορεί να είναι πετυχημένο το προϊόν».
Νέα Ειδικότητα Τεχνικού Μαγειρικής στην Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή
Η Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή εγκαινιάζει τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά με μια καινοτόμο ειδικότητα στον χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης: το πρόγραμμα διετούς φοίτησης «Τεχνικός Μαγειρικής». Η κα. Κική Ζηνοβιάδου, Κοσμήτορας, εξήγησε ότι το πρόγραμμα αποτελεί συνέχεια των εκπαιδευτικών δράσεων της σχολής και στοχεύει στη σύνδεση με την πρωτογενή παραγωγή και την ποιότητα των πρώτων υλών.
«Θέλουμε να αγγίξουμε και τα θέματα της γαστρονομικής μας ταυτότητας και πάρα πολύ το κομμάτι της μείωσης σπατάλης των τροφίμων, τόσο μεταξύ της μεταφοράς από την πρωτογενή παραγωγή στην εστίαση, όσο φυσικά και στη χρήση μέσα στη γαστρονομία», τόνισε η κα. Ζηνοβιάδου.
Το πρόγραμμα φιλοδοξεί να συνδυάσει πρακτική γνώση και βιώσιμη προσέγγιση, προετοιμάζοντας τους σπουδαστές να γίνουν ικανοί επαγγελματίες που θα προάγουν την ελληνική γαστρονομική παράδοση με σύγχρονο και υπεύθυνο τρόπο.
Ποια είναι η Κική Ζηνοβιάδου
Η Δρ. Κική Ζηνοβιάδου είναι Κοσμήτορας στο Perrotis College της Αμερικανικης Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης και υπεύθυνη του μεταπτυχιακού προγράμματος «New Food Product & Business Development». Απέκτησε το διδακτορικό της δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως υπότροφος του Υπουργείου Παιδείας, το μεταπτυχιακό της δίπλωμα στη Λειτουργικότητα Συστατικών από το Πανεπιστήμιο Wageningen στην Ολλανδία, με υποτροφία του οργανισμού NUFFIC (Ολλανδικός Οργανισμός για τη Διεθνή Συνεργασία στην Ανώτατη Εκπαίδευση), και το πτυχίο της (BSc) στην Επιστήμη Τροφίμων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Έχει συγγράψει πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, ενώ το έργο της έχει λάβει περισσότερες από 1.500 αναφορές. Επιπλέον, συμμετέχει και συντονίζει μεγάλα ερευνητικά έργα χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και εθνικούς φορείς.
Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την ανάπτυξη νέων προϊόντων, την ποιότητα του ελαιολάδου και της επιτραπέζιας ελιάς, την ανάπτυξη συστημάτων μεταφοράς και αντιμικροβιακών συσκευασιών βασισμένων σε βιοπολυμερή, καθώς και τη μελέτη των παραγόντων που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ αισθητηριακής αντίληψης, υφής, μικροδομής, φυσικοχημικών ιδιοτήτων και διάρκειας ζωής των συστημάτων τροφίμων. Είναι κριτής σε διαγωνισμούς ελαιολάδου και μέλος του Εθνικού Πάνελ Γευσιγνωσίας Επιτραπέζιας Ελιάς.