«Η Μούργα και το Συν-τροφή βασίζονται στην καθημερινή αναζήτηση της πρώτης ύλης», ανέφερε ο chef-patron Γιάννης Λουκάκης (Μούργα, Συν-τροφή, Άκρα, Πλυτά), κατά την ομιλία του στο πάνελ με αντικείμενο «Η γαστρονομία της Θεσσαλονίκης: ένα πολυπολιτισμικό και εκρηκτικό μωσαϊκό» στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».
Αρχικά, έθεσε στο επίκεντρο τη σχέση της πρώτης ύλης με τη μνήμη, την ταυτότητα και την αυθεντικότητα της σύγχρονης ελληνικής κουζίνας.
Για τον ίδιο, η αναζήτηση των προϊόντων δεν αποτελεί απλώς τεχνική επιλογή, αλλά μια συνεχή διαδικασία κατανόησης του τόπου και των ανθρώπων που τον τροφοδοτούν. «Η Μούργα και το Συν-τροφή βασίζονται στην καθημερινή αναζήτηση της πρώτης ύλης», σημείωσε, εξηγώντας πως η επιλογή αυτή δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας νοσταλγικής εικόνας προς κατανάλωση, αλλά σε κάτι βαθύτερα βιωματικό.
Από το οικογενειακό τραπέζι στο πιάτο του εστιατορίου
Ο κ. Λουκάκης περιέγραψε τη φιλοσοφία του ως μια φυσική συνέχεια της προσωπικής ζωής μέσα στον επαγγελματικό χώρο. «Αυτό που τρώγαμε στο σπίτι μας, θέλαμε να το κάνουμε και στον χώρο της δουλειάς μας», ανέφερε, απομακρύνοντας τη συζήτηση από την έννοια της κονσεπτικής κουζίνας και φέρνοντάς τη πιο κοντά στην καθημερινότητα.
Η προσέγγιση αυτή λειτουργεί ως αντίβαρο σε μια γαστρονομία που συχνά κινδυνεύει να μετατραπεί σε τουριστικό αφήγημα. Όπως υπογράμμισε, στόχος δεν είναι η αναπαραγωγή ενός φολκλορικού μοντέλου ελληνικότητας, αλλά η ειλικρινής μεταφορά εμπειριών στο πιάτο. «Θέλουμε να δούμε πώς η μνήμη μεταφράζεται στο φαγητό χωρίς να γίνεται φολκλόρ ή τουριστικό προϊόν».
Η πολυπολιτισμικότητα της καθημερινότητας
Αναφερόμενος στην έννοια της πολυπολιτισμικότητας, ο σεφ απέφυγε τις θεωρητικές αναλύσεις και στάθηκε σε μια πιο γήινη εκδοχή της. Η πολυπολιτισμικότητα, όπως είπε, δεν σχεδιάστηκε εξαρχής ως στόχος, αλλά προέκυψε οργανικά μέσα από την επαφή με την αγορά και τους παραγωγούς.
«Στις λαϊκές αγορές βλέπεις κόσμο να κατεβαίνει από την περιφέρεια της πόλης. Εκεί, στο εδώ και στο τώρα, δημιουργείται αυτή η πολυπολιτισμικότητα», σημείωσε, περιγράφοντας ένα μωσαϊκό ανθρώπων, προϊόντων και γεύσεων που συνυπάρχουν καθημερινά στη Θεσσαλονίκη.
Η πρώτη ύλη ως αφήγηση
Στην τοποθέτησή του αναδείχθηκε μια σταθερή ιδέα: ότι η σύγχρονη ελληνική κουζίνα δεν χρειάζεται επινόηση ταυτότητας αλλά επανασύνδεση με όσα ήδη υπάρχουν. Η πρώτη ύλη γίνεται φορέας ιστορίας, όχι μέσα από εξιδανίκευση, αλλά μέσω της καθημερινής χρήσης της.
Η φιλοσοφία αυτή, όπως φάνηκε από τη συζήτηση, επανατοποθετεί τη γαστρονομία σε ένα πιο ανθρώπινο πλαίσιο. Το πιάτο δεν λειτουργεί ως σκηνικό εντυπωσιασμού, αλλά ως συνέχεια μιας ζωντανής εμπειρίας που ξεκινά από την αγορά, περνά από το σπίτι και καταλήγει στο εστιατόριο.
Ποιος είναι ο Γιάννης Λουκάκης
Ο Γιάννης Λουκάκης είναι chef και επιχειρηματίας εστίασης, γνωστός για τη δημιουργία της «Μούργας» και του «Συν – Τροφή» στη Θεσσαλονίκη, καθώς και των «Άκρα» και «Πλυτά» στην Αθήνα.
Αυτοδίδακτος, ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα του στην ταβέρνα Νέα Φωλιά στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε το εστιατόριο «Μούργα», που λειτουργεί από το 2015, και καθιερώθηκε ως ένα από τα πιο επιδραστικά εστιατόρια της σύγχρονης ελληνικής κουζίνας εκτός Αθηνών. Μαζί με το «Συν – τροφή», που άνοιξε το 2020, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας κουζίνας βασισμένης στην πρώτη ύλη και την εποχικότητα.
Η μαγειρική προσέγγιση του chef χαρακτηρίζεται από ελάχιστη τεχνική παρέμβαση, έμφαση στην ποιότητα της πρώτης ύλης και το καθημερινά μεταβαλλόμενο μενού. Το 2023 μετακίνησε μέρος της δραστηριότητάς του στην Αθήνα με το εγχείρημα «Άκρα», συνεργαζόμενος με τον pastry chef Σπύρο Πεδιαδιτάκη, ενώ στα τέλη του 2025 μαζί και με τους chef Περικλή Κοσκινά και Μάριο Κοροβέση (Cookoovaya) άνοιξαν το «Πλυτά» και πάλι στο Παγκράτι.
Μέσα από τη δουλειά του έχει επηρεάσει νεότερους μάγειρες και τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη σύγχρονη ελληνική κουζίνα.