Η Ιωάννα Κυπρίου, Health & Wellness Coach, αναλύει στο Cantina πώς μπορούμε να κάνουμε μια πιο ισορροπημένη διατροφή χωρίς να μπούμε σε νοοτροπία δίαιτας, ώστε να έχουμε καλύτερα και μακροχρόνια αποτελέσματα.
Ισορροπημένη διατροφή vs δίαιτα
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν δυσκολεύονται να τρώνε «σωστά» επειδή δεν έχουν πειθαρχία. Δυσκολεύονται επειδή προσπαθούν να εφαρμόσουν αυστηρούς διατροφικούς κανόνες σε μια καθημερινότητα που «δεν χωρά σε κουτάκια». Οι δίαιτες συχνά υπόσχονται γρήγορα αποτελέσματα, αλλά στην πράξη απαιτούν συνεχή έλεγχο, σκέψη και περιορισμούς. Και κάπου εκεί, το φαγητό παύει να είναι απλώς φαγητό και γίνεται μόνιμο θέμα στο μυαλό μας. Η ισορροπημένη διατροφή, όμως, δεν βασίζεται στην τελειότητα, αλλά στη βιωσιμότητα.
Γιατί οι μικρές αλλαγές είναι πιο αποτελεσματικές
Οι συνήθειες δεν χτίζονται με ριζικές αλλαγές, αλλά με μικρές επαναλαμβανόμενες επιλογές. Όταν κάτι είναι απλό και ρεαλιστικό, είναι πολύ πιο πιθανό να διατηρηθεί μέσα στον χρόνο. Η αλλαγή δεν ξεκινά από το τι τρώμε, αλλά από τον τρόπο που τρώμε.
Πρώτο βήμα: Μαθαίνουμε να τρώμε πιο αργά
Ο ρυθμός με τον οποίο τρώμε επηρεάζει σημαντικά το πώς αντιλαμβανόμαστε την πείνα και τον κορεσμό. Όταν το φαγητό καταναλώνεται βιαστικά, συχνά δεν προλαβαίνουμε να αντιληφθούμε πότε έχουμε χορτάσει. Αντίθετα, η πιο αργή κατανάλωση του γεύματος μας βοηθά να συνδεθούμε με τη γεύση, την υφή και την συνολική εμπειρία αυτού.
Για πολλούς ανθρώπους, αυτό από μόνο του οδηγεί σε μεγαλύτερη ικανοποίηση — χωρίς καμία συνειδητή προσπάθεια περιορισμού.
Δεύτερο βήμα: Μαθαίνουμε να σταματάμε
Όχι όταν αδειάσει το πιάτο, αλλά όταν νιώσουμε ότι μας αρκεί. Από μικρή ηλικία έχουμε μάθει να αγνοούμε τα σήματα του σώματός μας: να τρώμε επειδή «πρέπει», επειδή «είναι ώρα» ή επειδή «δεν κάνει να μείνει φαγητό στο πιάτο».
Η αίσθηση κορεσμού, όμως, δεν ταυτίζεται με την υπερβολή. Αλλά με το σημείο στο οποίο το σώμα μας έχει καλύψει τις ανάγκες του. Η επανασύνδεση με αυτά τα σήματα είναι δεξιότητα που καλλιεργείται σταδιακά και χωρίς αυστηρούς κανόνες.

Μικρές αλλαγές στο πιάτο
Η ισορροπία στο φαγητό δεν προκύπτει από απαγορεύσεις, αλλά από ποικιλία και ικανοποίηση. Όταν το πιάτο μας περιλαμβάνει διαφορετικές γεύσεις και υφές και μας καλύπτει τόσο γευστικά όσο και πρακτικά, μειώνεται η ανάγκη για συνεχές «τσιμπολόγημα» αργότερα μέσα στη μέρα. Η λογική εδώ δεν είναι να αφαιρούμε, αλλά να προσθέτουμε. Να εμπλουτίζουμε το γεύμα, όχι να το περιορίζουμε.
Μικρές αλλαγές στο περιβάλλον
Το πώς και πού τρώμε επηρεάζει τη σχέση μας με το φαγητό περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Το φαγητό μπροστά σε οθόνες, στο πόδι ή βιαστικά συχνά γίνεται μηχανική πράξη. Αντίθετα, όταν το γεύμα αποκτά χώρο μέσα στη μέρα μας, γίνεται πιο συνειδητό και πιο ικανοποιητικό. Αύτη η μικρή αλλαγή στο περιβάλλον αρκεί για να αλλάξει συνολικά η εμπειρία του φαγητού.
Όταν η ζωή μας εμπλουτίζεται, το φαγητό παύει να είναι εμμονή
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία στη διατροφή είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να την ελέγξουμε, τόσο περισσότερο χώρο καταλαμβάνει στο μυαλό μας. Όταν όλη η μέρα περιστρέφεται γύρω από το τι θα φάμε ή τι δεν «πρέπει» να φάμε, το φαγητό αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα.
Αντίθετα, όταν η καθημερινότητά μας περιλαμβάνει πράγματα που μας ευχαριστούν — κίνηση, κοινωνική επαφή, δημιουργικότητα, στιγμές ξεκούρασης — το φαγητό επιστρέφει στη φυσική του θέση.
Δεν πρόκειται για απόσπαση προσοχής, αλλά για ισορροπία. Όταν νιώθουμε ψυχικά πιο γεμάτοι, μειώνεται και η συνεχής σκέψη γύρω από το φαγητό.
Συμπέρασμα
Η διατροφή χωρίς εξαντλητικούς κανόνες δεν απαιτεί τελειότητα ούτε συνεχή αυτοέλεγχο. Όταν τρώμε πιο αργά, ακούμε το σώμα μας, φροντίζουμε το περιβάλλον μας και γεμίζουμε τη ζωή μας με πράγματα που μας ευχαριστούν, η ισορροπία έρχεται πιο φυσικά. Και ίσως αυτό να είναι το πιο απελευθερωτικό συμπέρασμα: όσο λιγότερο μοιάζει με πρόγραμμα διατροφής, τόσο λιγότερη ένταση δημιουργεί στη σχέση μας με το φαγητό.
Διαβάστε επίσης:
Πείνα ή δίψα; Πώς ξεχωρίζουμε τι πραγματικά χρειάζεται το σώμα μας