Στην παιδική διατροφή, ειδικά όταν αναφερόμαστε στα σνακ, τα προϊόντα που επιλέγουμε δεν είναι απλώς θερμίδες. Είναι γεύση, συνήθεια, μνήμη, ανάπτυξη, καθημερινή εκπαίδευση. Ένα μπισκότο μετά το σχολείο, ένα γιαούρτι με γεύση φράουλα, ένα μπολ δημητριακά με σοκολατένιους κρίκους, μια τυρόπιτα στο διάλειμμα ή ένας έτοιμος χυμός στο χέρι μοιάζουν μικρές, σχεδόν ασήμαντες επιλογές. Όμως η διατροφή ενός παιδιού χτίζεται ακριβώς μέσα από αυτές τις μικρές επαναλήψεις. Ανάμεσα στην ευκολία, το πολύχρωμο περιτύλιγμα και το «μαμά, αυτό θέλω», μπαίνουν δυστυχώς στο κάδρο τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.

Προϊόντα σχεδιασμένα να είναι πολύ νόστιμα, πολύ βολικά

Τα επεξεργασμένα τρόφιμα είναι αυτά, τα οποία έχουν περάσει από μια μορφή επεξεργασίας. Η κατάψυξη λαχανικών, η παστερίωση του γάλακτος ή το άλεσμα του σιταριού σε αλεύρι είναι τεχνολογίες που μπορούν να υπηρετούν την ασφάλεια, τη συντήρηση και τη θρεπτικότητα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το αρχικό τρόφιμο σχεδόν χάνεται μέσα σε μια βιομηχανική σύνθεση από εξευγενισμένα άμυλα, σιρόπια, φθηνά λίπη, πρωτεϊνικά συμπληρώματα, αρωματικές ύλες, γαλακτωματοποιητές, χρωστικές και ενισχυτικά γεύσης.

Στην πράξη, πρόκειται για προϊόντα σχεδιασμένα να είναι πολύ νόστιμα, πολύ βολικά, ανθεκτικά στο ράφι και εύκολα στην κατανάλωση, συχνά χωρίς μαγείρεμα, χωρίς σερβίρισμα και χωρίς ιδιαίτερο κορεσμό.

Στην παιδική καθημερινότητα, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα εμφανίζονται συχνά με οικείες μορφές. Τα γλυκά δημητριακά πρωινού, ακόμη και όσα προβάλλονται ως «ολικής άλεσης», μπορεί να έχουν αρκετή πρόσθετη ζάχαρη, ώστε να μοιάζουν περισσότερο με επιδόρπιο παρά με πρωινό. Τα γιαούρτια με γεύσεις, τα επιδόρπια γάλακτος, οι μπάρες δημητριακών, τα κρουασάν, τα μπισκότα, τα πατατάκια, οι κοτομπουκιές, οι κατεψυγμένες πίτσες, τα λουκάνικα, τα αλλαντικά, οι έτοιμες σάλτσες και οι χυμοί με ζάχαρη, συνθέτουν ένα διατροφικό τοπίο που υπόσχεται ευκολία, αλλά συχνά δίνει στο παιδί πολλή ενέργεια και λίγη ουσιαστική θρέψη.

Δείτε επίσης

Ποια βότανα μπορούν να πίνουν τα παιδιά με ασφάλεια; Από το χαμομήλι μέχρι το ρόιμπος

Η βιομηχανική γεύση

Ο παιδικός οργανισμός δεν είναι μια μικρογραφία του ενήλικου. Αναπτύσσεται, μαθαίνει, προσαρμόζεται. Το ίδιο κάνει και ο εγκέφαλος, ο οποίος συνδέει γεύσεις, ανταμοιβή και συναισθήματα. Όταν ένα παιδί εκτίθεται συχνά σε τρόφιμα με έντονο συνδυασμό ζάχαρης, λίπους και αλατιού, εκπαιδεύεται να αναζητά αυτή την υπερβολική γευστική ένταση. Ένα μήλο μπορεί να του φαίνεται «λίγο», ένα γιαούρτι «ξινό», ένα σπιτικό σάντουιτς «βαρετό». Δεν φταίει το παιδί. Η βιομηχανική γεύση είναι συχνά σχεδιασμένη, για να κερδίζει την προσοχή του γρήγορα και επαναλαμβανόμενα.

Η συχνή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με υψηλότερη πρόσληψη ζάχαρης, αλατιού, κορεσμένων λιπαρών και θερμίδων, αλλά και με χαμηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών, βιταμινών και μετάλλων. Στο παιδικό πιάτο αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο πρόσληψης βάρους, δυσκολότερη ρύθμιση της όρεξης, συχνότερη προτίμηση σε γλυκές και αλμυρές γεύσεις, αλλά και χειρότερη ποιότητα διατροφής συνολικά. Το ζήτημα δεν είναι ένα παγωτό σε μια βόλτα ή ένα κομμάτι πίτσα σε ένα πάρτι. Το πρόβλημα είναι όταν η εξαίρεση γίνεται καθημερινό μοτίβο.

Δείτε επίσης

Γιατί πρέπει να δίνουμε στα παιδιά μας μπακαλιάρο

 Προστασία των παιδιών από το marketing των τροφίμων

Με βάση τα διεθνή συστήματα ταξινόμησης (NOVA, Nutri-score, eco-score) τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα περιγράφονται ως βιομηχανικά παρασκευασμένες συνθέσεις πολλών συστατικών, με ουσίες που σπάνια χρησιμοποιούνται στην οικιακή κουζίνα και πρόσθετα που βελτιώνουν γεύση, υφή, χρώμα και διάρκεια ζωής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στις οδηγίες του για την υγιεινή διατροφή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρώιμη παιδική ηλικία, συστήνοντας τον αποκλειστικό θηλασμό για τους πρώτους έξι μήνες, συνέχιση του θηλασμού έως τα δύο έτη και πέρα, εισαγωγή ασφαλών και θρεπτικών συμπληρωματικών τροφών, χωρίς πρόσθετο αλάτι και ζάχαρη, αποφυγή τροφίμων πλούσιων σε ζάχαρη, αλάτι και trans λιπαρά, καθώς και περιορισμό των γλυκών ροφημάτων.

Παράλληλα, ο ΠΟΥ ζητά ισχυρότερες, υποχρεωτικές πολιτικές για την προστασία των παιδιών από το marketing των τροφίμων και ποτών με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά, trans λιπαρά, ελεύθερα σάκχαρα ή αλάτι.

Διαβάζουμε την ετικέτα

Το μπροστινό μέρος της συσκευασίας είναι φτιαγμένο για να πουλάει. Η πίσω πλευρά, όμως, είναι εκείνη που αποκαλύπτει. Όταν στη λίστα συστατικών η ζάχαρη, το σιρόπι γλυκόζης, η μαλτοδεξτρίνη, τα υδρογονωμένα ή μερικώς υδρογονωμένα λίπη, τα τροποποιημένα άμυλα, οι χρωστικές, τα αρώματα και οι γαλακτωματοποιητές εμφανίζονται συχνά, ο γονιός έχει λόγο να αντισταθεί. Δεν χρειάζεται πανικός, ούτε δαιμονοποίηση κάθε «Ε». Χρειάζεται ανάγνωση με ψυχραιμία. Αν ένα προϊόν θυμίζει περισσότερο εργαστήριο παρά ντουλάπι κουζίνας, αξίζει να αποκλειστεί από το καλάθι.

Δείτε επίσης

Tι μαγειρεύουμε για τα παιδιά το καλοκαίρι (+6 θρεπτικές συνταγές)

Στην παιδική διατροφή η ζάχαρη μονοπωλεί τη συζήτηση, όμως τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι πιο σύνθετη υπόθεση. Το αλάτι σε πατατάκια, κράκερ, αλλαντικά και έτοιμες σάλτσες εκπαιδεύει τον ουρανίσκο σε πιο έντονες γεύσεις. Τα κορεσμένα και βιομηχανικά λίπη σε σφολιατοειδή, γλυκά αρτοσκευάσματα και έτοιμα γεύματα, αυξάνουν την ενεργειακή πυκνότητα. Η χαμηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες μειώνει τον κορεσμό. Έτσι, το παιδί μπορεί να τρώει αρκετά σε ποσότητα, αλλά να μη λαμβάνει την ποιότητα που χρειάζεται για ανάπτυξη, συγκέντρωση και σταθερή ενέργεια μέσα στην ημέρα.

Θρεπτικά παιδικά σνακ χωρίς γευστική τιμωρία

Η λύση δεν είναι να εξαφανιστεί η χαρά από το παιδικό σνακ, αλλά να επιστρέψει η πραγματική τροφή στο κέντρο. Ένα μήλο με λίγο φυστικοβούτυρο, γιαούρτι με φρούτα και κανέλα, σπιτικό κέικ μπανάνας με λιγότερη ζάχαρη, κράκερ ολικής με τυρί, καρότα με χούμους, αγγούρι με ντιπ γιαουρτιού, ντοματίνια με μοτσαρέλα, αυγό με ψωμί ολικής, μια μικρή σπιτική πίτα με ελαιόλαδο, πατάτες φούρνου σε λεπτές φέτες, αντί για τσιπς ή ένα smoothie με φρούτο και γάλα μπορούν να σταθούν άνετα και να συμβαδίσουν με την παιδική όρεξη. Το μυστικό είναι η προετοιμασία, η ποικιλία και η παρουσίαση. Ένα πολύχρωμο πιάτο συχνά κερδίζει περισσότερο από ένα αυστηρό «μη».

Το σπιτικό είναι πιο «διαφανές»

Ένα σπιτικό φαγητό μπορεί να έχει δέκα ή δεκαπέντε υλικά και να είναι εξαιρετικά θρεπτικό. Η διαφορά βρίσκεται στον έλεγχο. Στο σπίτι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελαιόλαδο, αντί για φθηνά βιομηχανικά λίπη, λιγότερο αλάτι, περισσότερα λαχανικά, όσπρια, αυγά, ψάρι, γιαούρτι, ξηροί καρποί ή δημητριακά ολικής. Το σπιτικό μαγείρεμα δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο ούτε να θυμίζει ιδανική εικόνα περιοδικού. Αρκεί να λειτουργεί ως αντίβαρο σε μια αγορά που προσφέρει παντού έτοιμες, γρήγορες και πολύ έντονες γεύσεις.

Στο τέλος, το ζητούμενο δεν είναι ένας γονιός που μετράει με άγχος κάθε συστατικό, αλλά ένας ενήλικας που εκπαιδεύει χωρίς φόβο. Ένα παιδί που βλέπει φρούτα στο τραπέζι, μυρίζει φαγητό στην κατσαρόλα, συμμετέχει στο άπλωμα μιας ζύμης ή διαλέγει λαχανικά στη λαϊκή αγορά, δεν μαθαίνει μόνο να τρώει καλύτερα. Μαθαίνει να αναγνωρίζει την τροφή πίσω από το προϊόν. Και αυτό, σε έναν κόσμο γεμάτο συσκευασίες, είναι ίσως από τα πιο ουσιαστικά μαθήματα διατροφής που μπορεί να πάρει.

Δείτε επίσης:

«Παντοτινά χημικά»: Οι ουσίες που βρίσκονται στο νερό, τα τρόφιμα και την κουζίνα μας

Επηρεάζει η διατροφή το DNA μας; Μια χημικός τροφίμων εξηγεί