Τα Καψαλιανά, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ρέθυμνο, είναι ένα ιστορικός οικισμός που αναγεννήθηκε ως ένα από τα πιο ξεχωριστά boutique ξενοδοχεία της Ελλάδας. Ένας τόπος όπου η κρητική ιστορία, η αυθεντική αρχιτεκτονική και η υψηλή γαστρονομία συνθέτουν μια εμπειρία που αξίζει να ζήσει κάθε ταξιδιώτης.

Τα Καψαλιανά τότε και τώρα

Η διαδρομή μέχρι την είσοδο του χωριού έμοιαζε με ένα μοναχικό ταξίδι στο άγνωστο. Την ώρα που σουρούπωνε, ο επαρχιακός δρόμος προς το μαρτυρικό Αρκάδι φάνταζε απέραντος. Οι σκιές από τα κυπαρίσσια, που όρθωναν το ανάστημά τους στο διάβα μας, ήταν θεόρατες, χαρίζοντας έναν σχεδόν απόκοσμο, υποβλητικό τόνο στο ταξίδι. Όταν όμως περάσαμε την είσοδο του χωριού, ο χρόνος έμοιαζε να σταμάτησε. Είναι ίσως η μοίρα του ταξιδιώτη, που αφήνεται στο μεγαλείο του τοπίου, να αισθάνεται τόσο μικρός μπροστά στην απεραντοσύνη του χρόνου. Εδώ, περίπου 18 χιλιόμετρα έξω από το Ρέθυμνο, κρυμμένος βαθιά στην κρητική ενδοχώρα, βρίσκεται ένας αυθεντικός πολιτιστικός θησαυρός. Ένα μέρος όπου η ιστορική μνήμη συνυπάρχει αρμονικά με μια σπουδαία γαστρονομική εμπειρία.

Δείτε επίσης
Focu Sauvage: Μια πρώτη γεύση από το νέο εστιατόριο των Nomade et Sauvage

Η ιστορία αυτού του μικρού οικισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ιερά Μονή Αρκαδίου, το πιο εμβληματικό κοινόβιο του νησιού με ρίζες από τους βυζαντινούς χρόνους, το οποίο για τον ηρωικό του ρόλο στον κρητικό αγώνα έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Παγκόσμιο Μνημείο Ελευθερίας. Τα Καψαλιανά αποτελούσαν το σημαντικότερο μετόχι του μοναστηριακού κτήματος.

Όλα ξεκίνησαν το 1763, όταν ο οραματιστής ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου, Φιλάρετος, αποφάσισε να ιδρύσει σε αυτή την εύφορη και ασφαλή τοποθεσία έναν μεγάλο ελαιόμυλο (φάμπρικα) για την παραγωγή του λαδιού της μονής, πλάι στο ξωκλήσι του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Γύρω από το ελαιοτριβείο άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά ένας μικρός οικισμός. Χτίστηκαν οι κατοικίες των μοναχών και των εργατών. Την περίοδο της μεγάλης ακμής, ο οικισμός έφτασε να αριθμεί 13 οικογένειες και 50 κατοίκους.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο ελαιόμυλος σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία του το 1955 και ο οικισμός σταδιακά ερήμωσε. Μόνο τα πέτρινα κτίσματα έμειναν αγέρωχα, να ορθώνουν το σιωπηλό ανάστημά τους, σαν Ακρίτες μιας εποχής που φαντάζει τόσο αλλοτινή πλέον. Η μοίρα των Καψαλιανών άλλαξε ριζικά τον Αύγουστο του 1976.

Ο γεννημένος στην Κρήτη, με σπουδές σε Αθήνα και Παρίσι, αρχιτέκτονας Μύρων Τουπογιάννης ανακαλύπτει τυχαία τα Καψαλιανά, με μόλις επτά κατοίκους να παραμένουν πιστοί υπηρέτες του ιστορικού του μεγαλείου. Ο Τουπογιάννης, έχοντας μελετήσει ο ίδιος ως φοιτητής την προστασία των ιστορικών κέντρων στην Ελλάδα, ερωτεύεται κεραυνοβόλα τα Καψαλιανά.

Με τη σπίθα της αναβίωσης να φουντώνει μέσα του και να γιγαντώνεται σε φλόγα δημιουργίας, αγόρασε σταδιακά τα κτίσματα και έκανε σκοπό ζωής την αναγέννηση του χωριού. Με υποδειγματικό σεβασμό στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική και μετά από μια μακρά, επίμονη διαδικασία αποκατάστασης, ο οικισμός μεταμορφώθηκε στο Kapsaliana Village Hotel. Ένα boutique ξενοδοχείο-πρότυπο, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως οικισμός υψηλής πολιτιστικής αξίας και αποτελεί περήφανο μέλος των ιστορικών ξενοδοχείων της Ευρώπης.

Η γαστρονομική εμπειρία 

Σήμερα, ο επισκέπτης περπατά σε προσεγμένα πέτρινα σοκάκια, συναντά τις μυλόπετρες του παλιού ελαιοτριβείου, τα δωμάτια των μοναχών και βλέπει εργαλεία του περασμένου αιώνα να κοσμούν τους κοινόχρηστους χώρους, διατηρώντας ζωντανή την αρχοντιά τού χθες. Αυτή η ιστορική ατμόσφαιρα δένει μοναδικά με τη γαστρονομική πρόταση του συγκροτήματος. Στην πέτρινη βεράντα του εστιατορίου Elaia, ανάμεσα σε λεμονιές και μυρτιές, είχαμε την τύχη να δειπνήσουμε ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ, συντροφιά με την οικογένεια Τουπογιάννη -τον Μύρωνα, την κόρη του Έλενα και τη σύζυγό του Ειρήνη Νικολοπούλου.

Το εστιατόριο, που διαθέτει και ένα διεθνώς διακεκριμένο Olive Oil Bar για εξειδικευμένες γευσιγνωσίες εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, παρουσιάζει φέτος ένα μενού που φέρει την υπογραφή του πατριάρχη της ελληνικής κουζίνας, σεφ Σωτήρη Ευαγγέλου. Και τι χαρά να ανακαλύπτεις μια ένωση, τόσο δημιουργική και γερή σε δεσμούς με το παρελθόν και την παράδοση, τόσο σημαντικών ανθρώπων.

Το μενού παντρεύει υποδειγματικά τις σύγχρονες με τις παραδοσιακές τεχνικές και τα κρητικά υλικά, πολλά από τα οποία μαζεύονται καθημερινά από το μποστάνι του κτήματος. Από τα χέρια του Νίκου Χατζησαββίδη, head chef στο Elaia, στο τραπέζι μας παρέλασαν συνθέσεις όπως το πληθωρικό μοσχαρίσιο ταρτάρ, το οποίο αποκτά εντοπιότητα χάρη στο κρητικό ξύγαλο και το καβουρδισμένο φουντούκι, πλάι σε μια παραδοσιακή καπνιστή μελιτζανοσαλάτα.

Στα κυρίως πιάτα, την παράσταση έκλεψαν το τεχνικά περίτεχνο και πασίγνωστο πλέον μπριάμ του Ευαγγέλου, το αναπάντεχο ριζότο με καρίκι Τήνου και μαγειρεμένα φρούτα εποχής, το άγριο λαβράκι που δημιούργησε ένα εξαιρετικό φρικασέ με φίνο αυγολέμονο, αλλά και το βαθιάς νοστιμιάς αρνί στον ξυλόφουρνο, που σερβίρεται με τη δική του πυκνή σάλτσα και λαχανικά.

Ο επίλογος γράφτηκε ιδανικά με ψητά φρούτα, που σιγομαγειρεύονται σε σιρόπι μπαχαρικών και συνοδεύονται από παγωτό βανίλια και ένα ιδιαίτερο ξίδι με πράσινο μήλο.

Ο αποχαιρετισμός ήρθε περασμένα μεσάνυχτα. Καθώς η ιστορική αύρα του χώρου μας διαπερνούσε, αφήσαμε πίσω μας τα Καψαλιανά και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, γεμάτοι εικόνες από ένα μακρινό παρελθόν που, όμως, χάρη στο όραμα και τις προσπάθειες του Μύρωνα Τουπογιάννη, έγινε τόσο οικείο και κοντινό.

Σήμερα, τα Καψαλιανά αποτελούν ένα διεθνές πρότυπο. Ένα μοντέλο τουρισμού, όπου η ιστορία, η φύση και η ελληνική γαστρονομία γίνονται ένα.

 

Info
Capsaliana Village Hotel, Καψαλιανά, Ρέθυμνο
Τηλέφωνο: 28310 83400

 

Δείτε επίσης:

Salonica: Δείπνο με τον «πατριάρχη» της ελληνικής κουζίνας Σωτήρη Ευαγγέλου

12 εστιατόρια που άλλαξαν την ελληνική γαστρονομία

Πεσκέσι στο Ηράκλειο Κρήτης: Εκεί όπου αναβιώνει η αυθεντική κρητική διατροφή

Bratsera: Ο Χάρης Μπονάνος μαγειρεύει θαλασσινά στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου