«Δεν υπάρχει ποιοτικό προϊόν που να μην στηρίζεται σε ποιοτικό γάλα», τόνισε, μεταξύ άλλων, η Διευθύντρια της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων, Αλεξάνδρα Μέγα, κατά την ομιλία της στο 5o Cantina Academy με κεντρικό θέμα: «Ήπειρος: Οι ρίζες και το μέλλον της αυθεντικότητας», το οποίο διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina στα Ιωάννινα, την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026.

Η κ. Μέγα συμμετείχε στο 2ο πάνελ του συνεδρίου, με αντικείμενο «Τα ΠΟΠ και ΠΓΕ τυριά της Ηπείρου: αναγνωρισιμότητα και εξωστρέφεια», το οποίο συντόνισε η Διευθύντρια Σύνταξης Cantina, Νανά Δαρειώτη.

Από την παράδοση στην επιστημονική γνώση

Τη διαχρονική συμβολή της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων στην ελληνική τυροκομία, αλλά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος, ανέδειξε η διευθύντρια της σχολής, Αλεξάνδρα Μέγα, μιλώντας για τη σχέση παράδοσης, εκπαίδευσης και σύγχρονης παραγωγής.

Όπως ανέφερε, η παρουσία της σχολής στη συγκεκριμένη συζήτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ρόλο της γνώσης και της εκπαίδευσης στην ανάπτυξη της αγροδιατροφής. «Αυτός ο κύκλος στον οποίον όλοι θέλουμε να υπηρετήσουμε εμπεριέχει και την εκπαίδευση και τη γνώση», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η κ. Μέγα υπενθύμισε ότι η Γαλακτοκομική Σχολή λειτουργεί από το 1916 και έχει συμβάλει καθοριστικά στη στελέχωση της ελληνικής τυροκομίας με εξειδικευμένους επαγγελματίες. Όπως είπε, η σχολή έχει υποστηρίξει τη μετάβαση της τυροκομίας από μια εμπειρική δραστηριότητα σε μια οργανωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη επαγγελματική πρακτική.

Αναφερόμενη στις αλλαγές που έχει φέρει η σύγχρονη εποχή, στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της βιωσιμότητας, της ευζωίας των ζώων και του σεβασμού προς το περιβάλλον. Σύμφωνα με την ίδια, οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν πλέον απλώς επικοινωνιακά μηνύματα, αλλά εξελίσσονται σε ουσιαστικές απαιτήσεις της παραγωγικής διαδικασίας.

Παρά τις εξελίξεις, ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που παραμένουν αμετάβλητα. «Η απαίτηση και το δέος μπροστά στο ποιοτικό γάλα» εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση κάθε ποιοτικού τυροκομικού προϊόντος, υπογράμμισε. Όπως εξήγησε, η ποιότητα του γάλακτος δεν αφορά μόνο την ασφάλεια του προϊόντος, αλλά και εκείνα τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν ιδιαίτερη γεύση, αξία και τοπικότητα στα τυριά.

Η διευθύντρια της σχολής τόνισε ακόμη ότι οι παραδοσιακές τεχνικές παραγωγής συνεχίζουν να μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, πλέον όμως υποστηρίζονται από την επιστημονική γνώση. Αυτή η σύνδεση παράδοσης και σύγχρονης εκπαίδευσης αποτυπώνεται, όπως είπε, και στη φιλοσοφία της σχολής.

«Το σύνθημα, αν η σχολή είχε ένα σύνθημα, θα ήταν “παραδοσιακά προϊόντα από σύγχρονους τυροκόμους”», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι σπουδαστές εκπαιδεύονται ώστε να παρακολουθούν τις εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς χωρίς να εγκαταλείπουν τις θεμελιώδεις αξίες της τυροκομικής παράδοσης.

Η κ. Μέγα αναφέρθηκε επίσης στη συνεχή επαφή που διατηρεί η σχολή με τους αποφοίτους της, γεγονός που επιτρέπει την καταγραφή των τάσεων και των δυσκολιών που συναντούν οι επαγγελματίες στην αγορά.

Βιομηχανική παραγωγή και τοπικές γεύσεις

Απαντώντας σε ερώτηση για την ομογενοποίηση της γεύσης στα τυριά που κυκλοφορούν στις μεγάλες αγορές, η διευθύντρια της Γαλακτοκομικής Σχολής επισήμανε ότι συνυπάρχουν διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα, τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες του καταναλωτικού κοινού.

Όπως εξήγησε, οι μεγάλες βιομηχανίες οφείλουν να διασφαλίζουν σταθερή γεύση, συνέπεια στην τροφοδοσία της αγοράς και προϊόντα που απευθύνονται σε ευρύ κοινό. Για τον λόγο αυτό, τα βιομηχανικά προϊόντα χαρακτηρίζονται συνήθως από πιο ήπιες και ομοιόμορφες γευστικές ιδιότητες.

Αντίθετα, τα μικρά παραδοσιακά τυροκομεία βασίζονται συνήθως σε τοπικές ζώνες γάλακτος και αξιοποιούν πρώτες ύλες που αποτυπώνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. «Το προϊόν αυτό έχει τοπικότητα, έχει τις γεύσεις από τα βότανα στο γάλα, έχει τις γεύσεις ακόμη και της εποχής», ανέφερε, προσθέτοντας ότι τα προϊόντα αυτά παράγονται σε μικρότερη κλίμακα και συχνά συνδέονται με τον αγροτουρισμό, την τοπική γαστρονομία και εξειδικευμένα σημεία πώλησης.

Ενημερωμένος καταναλωτής και δίκαιη αγορά

Η ίδια εκτίμησε ότι υπάρχει χώρος για όλα τα μοντέλα παραγωγής, αρκεί ο καταναλωτής να είναι ενημερωμένος για τις διαφορές τους. Όπως τόνισε, τα προϊόντα μαζικής παραγωγής δεν μπορούν να κάνουν εκπτώσεις στην ποιότητα, καθώς δεσμεύονται από συγκεκριμένες προδιαγραφές. Ωστόσο, όταν το γάλα προέρχεται από πολύ ευρείες γεωγραφικές ζώνες, είναι δύσκολο να διατηρηθούν οι ιδιαίτερες τοπικές γευστικές αποχρώσεις.

«Η συνύπαρξη και των δύο αφήνει και τον καταναλωτή ικανοποιημένο, αρκεί να είναι ενήμερος ο καταναλωτής», σημείωσε, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι διαφορετικοί τρόποι παραγωγής συνεπάγονται και διαφορετικό κόστος. «Δεν μπορεί και όλα τα τυριά να έχουν την ίδια τιμή, είτε παράγονται με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον», κατέληξε, εκφράζοντας την ελπίδα η αγορά να λειτουργεί με δίκαιους όρους για όλους.

«Ναι, υπάρχουν οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται»

Αισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον της ελληνικής τυροκομίας και κτηνοτροφίας έστειλε η διευθύντρια της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων, Αλεξάνδρα Μέγα, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν νέοι άνθρωποι που επιλέγουν συνειδητά να δραστηριοποιηθούν στον κλάδο, παρά τις δυσκολίες και τις αυξημένες απαιτήσεις του επαγγέλματος.

Όπως ανέφερε, η Γαλακτοκομική Σχολή, αν και εδρεύει στην Ήπειρο, προσελκύει σπουδαστές από ολόκληρη τη χώρα και αποτελεί έναν αξιόπιστο δείκτη για το ενδιαφέρον των νέων γύρω από την τυροκομία και την κτηνοτροφία.

«Είμαστε ένας ευλογημένος φορέας που μπορούμε να απαντήσουμε θετικά. Ναι, υπάρχουν οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Οι νέοι που επιστρέφουν στον πρωτογενή τομέα

Σύμφωνα με την κ. Μέγα, η μεγαλύτερη ομάδα σπουδαστών προέρχεται παραδοσιακά από οικογένειες κτηνοτρόφων, οι οποίες επιδιώκουν να εξελίξουν την οικογενειακή δραστηριότητα μέσω της μεταποίησης και της δημιουργίας μικρών μονάδων παραγωγής.

Παράλληλα, σημαντικό ενδιαφέρον εκδηλώνουν παιδιά από οικογένειες που ήδη δραστηριοποιούνται στην τυροκομία, είτε μέσω παραδοσιακών τυροκομείων είτε μέσω μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου. Όπως εξήγησε, οι νεότερες γενιές επιλέγουν να αποκτήσουν εξειδικευμένες γνώσεις προκειμένου να αναλάβουν και να εξελίξουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις.

Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται και μια νέα κατηγορία σπουδαστών που προσεγγίζει τον κλάδο από διαφορετική αφετηρία. Πρόκειται για νέους που ενδιαφέρονται για σύγχρονες επαγγελματικές διεξόδους γύρω από το τρόφιμο, την αξιολόγηση προϊόντων, τη λιανική πώληση ή άλλους τομείς που σχετίζονται με τη γαλακτοκομία.

Όπως τόνισε, οι επαγγελματικές προοπτικές παραμένουν ιδιαίτερα θετικές, καθώς οι επιχειρήσεις του κλάδου αναζητούν συνεχώς εξειδικευμένο προσωπικό.

«Είμαστε στη δυσάρεστη θέση να μας προτείνουν πάρα πολλές θέσεις εργασίας από τα μεγάλα αστικά κέντρα και συνήθως δεν είναι οι περιοχές που κατάγονται οι σπουδαστές μας από εκεί. Και μένουν άγονες», ανέφερε.

Ένας απαιτητικός αλλά δυναμικός κλάδος

Η διευθύντρια της σχολής δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τόσο η κτηνοτροφία όσο και η τυροκομία. Όπως είπε, οι επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος παραγωγής, οικονομική αβεβαιότητα και απαιτητικές συνθήκες εργασίας.

Παρά τα προβλήματα, χαρακτήρισε τον κλάδο του τροφίμου ιδιαίτερα ελκυστικό για έναν νέο άνθρωπο, καθώς συνδυάζει την επιστήμη, την καινοτομία και τη δυνατότητα ανάπτυξης προσωπικών πρωτοβουλιών.

«Δεν ψάχνουμε ούτε για εθελοντές ούτε για ήρωες. Ψάχνουμε για νέους ανθρώπους που θα διαλέξουν τον κλάδο, που θα στηρίξουν τον τόπο τους», τόνισε.

Σύμφωνα με την ίδια, η πλειονότητα των αποφοίτων επιλέγει να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής της με στόχο να δημιουργήσει ή να εξελίξει μια τοπική επιχείρηση. Ωστόσο, για να γίνει αυτό απαιτούνται ουσιαστικά κίνητρα και σταθερή στήριξη από την πολιτεία και τους χρηματοδοτικούς φορείς.

«Θα πρέπει να υπάρχουν πραγματικά κίνητρα ώστε αυτά τα παιδιά και να μείνουν και να προκόψουν και να αμειφθούν με αξιοπρέπεια», υπογράμμισε.

Η οικοτεχνία δείχνει τον δρόμο

Η κ. Μέγα στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της οικοτεχνίας, την οποία χαρακτήρισε μία από τις πιο ελπιδοφόρες τάσεις των τελευταίων ετών.

Όπως εξήγησε, αρκετοί νέοι παραγωγοί, σε συνεργασία με τις οικογένειές τους, επενδύουν στη δημιουργία μικρών καθετοποιημένων μονάδων, όπου η κτηνοτροφία, η τυροκομία και η διάθεση των προϊόντων λειτουργούν συμπληρωματικά.

Σύμφωνα με την ίδια, τα εγχειρήματα αυτά παρουσιάζουν σημαντική δυναμική, καθώς ανταποκρίνονται στη ζήτηση των καταναλωτών για προϊόντα με σαφή ταυτότητα και γνωστή προέλευση.

«Τα παιδιά αυτά δείχνουν και την τάση του καταναλωτή να προτιμήσει το προϊόν που ξέρει ποιος το παράγει με ονοματεπώνυμο», ανέφερε.

Το μεγάλο αγκάθι της γραφειοκρατίας

Παρά τις θετικές προοπτικές, η διευθύντρια της Γαλακτοκομικής Σχολής υπογράμμισε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που καταγράφουν οι νέοι επαγγελματίες είναι η γραφειοκρατία και οι μεγάλες καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις.

Όπως εξήγησε, πολλοί νέοι επενδυτές δεσμεύουν κεφάλαια και προχωρούν σε εγκαταστάσεις χωρίς να μπορούν να ξεκινήσουν τη δραστηριότητά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιμένοντας τις απαραίτητες εγκρίσεις.

«Αν εγώ βάλω ένα κεφάλαιο και για να αρχίσει να μου αποδίδει πρέπει να περιμένω ενάμιση χρόνο να έρθει το κλιμάκιο να μου δώσει την άδεια, αντιλαμβάνεστε ότι είναι σαν να μη θέλουν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Κλείνοντας, η κ. Μέγα υπογράμμισε ότι κάθε νέος που επιστρέφει στην περιφέρεια για να επιχειρήσει δημιουργεί προστιθέμενη αξία για ολόκληρη την τοπική κοινωνία, στηρίζοντας όχι μόνο την οικογένειά του αλλά και ένα ευρύτερο οικονομικό οικοσύστημα.

«Γεννιέται ένα ολόκληρο οικοσύστημα πραγματικά και αυτά τα παιδιά πρέπει να τα συγχαρούμε και να τα στηρίξουμε», κατέληξε.

Η αγροδιατροφή ως τουριστική εμπειρία

Η Ήπειρος διαθέτει όλα τα στοιχεία για να αναδειχθεί σε έναν ισχυρό αγροδιατροφικό προορισμό, υποστήριξε η κα. Μέγα, αναδεικνύοντας πρωτοβουλίες που συνδέουν την παραγωγή τροφίμων με τον τουρισμό και την τοπική ανάπτυξη.

Όπως ανέφερε, μία από τις σημαντικές δράσεις που υλοποιήθηκαν από τη σχολή σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωπονίας ήταν το πρόγραμμα «Ο Δρόμος του Τυριού», στο πλαίσιο ευρωπαϊκού προγράμματος Interreg.

Η πρωτοβουλία αυτή πρότεινε θεματικές διαδρομές που συνδύαζαν την επίσκεψη σε κτηνοτροφικές μονάδες, παραδοσιακά τυροκομεία και μεταποιητικές επιχειρήσεις με την ανάδειξη των πολιτιστικών, ιστορικών και φυσικών χαρακτηριστικών κάθε περιοχής.

Σύμφωνα με την κ. Μέγα, πρόκειται για μια δραστηριότητα που βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία και έχει ήδη αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχημένη σε πολλές χώρες του εξωτερικού.

Η διευθύντρια της σχολής σημείωσε ότι υπάρχει ήδη ενδιαφέρον από τουριστικές επιχειρήσεις που αναζητούν τέτοιου είδους εμπειρίες για τους επισκέπτες τους.

Όπως ανέφερε, η Γαλακτοκομική Σχολή δέχεται συχνά αιτήματα από τουριστικούς φορείς που επιθυμούν να φέρουν ομάδες επισκεπτών προκειμένου να γνωρίσουν από κοντά τη διαδικασία παραγωγής του τυριού και τη γαστρονομική παράδοση της περιοχής.

«Υπάρχει έδαφος σε αυτό», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η σύνδεση της αγροδιατροφής με τον τουρισμό μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες για την Ήπειρο.

Η ευκαιρία των επισκέψιμων τυροκομείων

Η κα. Μέγα αναφέρθηκε επίσης στο νέο σήμα του Υπουργείου Τουρισμού για τα επισκέψιμα τυροκομεία, μια πρωτοβουλία που, όπως είπε, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην προβολή της ελληνικής τυροκομίας.

Όπως εξήγησε, η Γαλακτοκομική Σχολή ανέλαβε πέρυσι την πρωτοβουλία να παρουσιάσει το συγκεκριμένο θεσμό στα Ιωάννινα σε συνεργασία με το Υπουργείο Τουρισμού. Παρ’ όλα αυτά, εκτίμησε ότι η αξιοποίηση του εργαλείου δεν προχωρά ακόμη με την ταχύτητα που θα μπορούσε.

Σύμφωνα με την ίδια, πολλά τυροκομεία θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις ενός επισκέψιμου χώρου, δημιουργώντας παράλληλα ένα σημείο πώλησης των προϊόντων τους και προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία στους επισκέπτες.

Ο καταναλωτής θέλει να γνωρίζει τον παραγωγό

Η διευθύντρια της Γαλακτοκομικής Σχολής υποστήριξε ότι οι σύγχρονες καταναλωτικές τάσεις ευνοούν τέτοιες πρωτοβουλίες, καθώς οι επισκέπτες αναζητούν πλέον περισσότερη σύνδεση με την προέλευση των τροφίμων που καταναλώνουν.

«Ο κόσμος πια δεν θέλει να ακουμπάει το χέρι στο σούπερ μάρκετ, στο ψυγείο και να παίρνει το τρόφιμό του. Θέλει να δει ποιος το φτιάχνει, με τι πρώτη ύλη το φτιάχνει, να τον γνωρίσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Καταλήγοντας, η κα. Μέγα υπογράμμισε ότι οι δυνατότητες ανάπτυξης του αγροδιατροφικού τουρισμού στην Ήπειρο παραμένουν μεγάλες και σε σημαντικό βαθμό αναξιοποίητες.

«Όλα αυτά είναι ευκαιρίες που προς το παρόν, αν όχι ανεκμετάλλευτες, δεν τις έχουμε αξιοποιήσει όσο θα έπρεπε», σημείωσε, χαρακτηρίζοντάς τις ως ιδιαίτερα ελπιδοφόρες προοπτικές για το μέλλον της περιοχής.

Ποια είναι η Αλεξάνδρα Μέγα

Η Αλεξάνδρα Μέγα γεννήθηκε στα Ιωάννινα. Αποφοίτησε από την Κτηνιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αναγορεύτηκε διδάκτορας της ίδιας Σχολής στο γνωστικό αντικείμενο της Μικροβιολογίας – Ανοσολογίας. Έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια του Ινστιτούτο Επιμόρφωσης με θεματολογία τη «Διαμόρφωση Επιχειρησιακών Σχεδίων» και την «Εκπαίδευση Προϊσταμένων Τμημάτων», καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του BTSF, με αντικείμενα τα «EU’s PDO/PGI/TSG Schemes» και «TRACES Use at Import of Organic Products».

Το 1995 ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία ως επιθεωρήτρια – ελέγκτρια στον ΕΛΟΓ, ο οποίος σήμερα αποτελεί μέρος του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ. Το 2011 ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης της Εποπτείας Ελέγχων Γάλακτος και Κρέατος Ηπείρου, με βασικό αντικείμενο την πρόληψη της νοθείας και της εξαπάτησης των καταναλωτών σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Από το 2015 διετέλεσε διευθύντρια της Γαλακτοκομικής ΕΠΑ.Σ. Ιωαννίνων, ενώ από το 2021 κατέχει τη θέση της Διευθύντριας της ΣΑΕΚ Ιωαννίνων «Γαλακτοκομική Σχολή» του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ.

Είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων από τον ΕΟΠΠΕΠ, έχει διδάξει στο Τμήμα Ζωικής Παραγωγής του ΤΕΙ Ηπείρου, στο Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών του Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στη Δευτεροβάθμια Επαγγελματική Εκπαίδευση και ως εκπαιδεύτρια – εισηγήτρια σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης νέων αγροτών. Έχει διατελέσει υπεύθυνη έργου στο διασυνοριακό πρόγραμμα «Cheese Cult – Ο Δρόμος του Τυριού», με στόχο την ανάδειξη της τυροκομικής παράδοσης ως μοχλού ανάπτυξης του αγροτουρισμού στη διασυνοριακή περιοχή. Είναι μέλος του ΓΕΩΤΕΕ. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.