«Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ριζικά το τοπίο της μεσογειακής γεωργίας. Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες επιπτώσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά, αλλά για μια σύνθετη πραγματικότητα όπου διαφορετικά προβλήματα αποδεικνύονται αλληλένδετα» ανέφερε η Teresa Garcia Lopez, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Κόρδοβα, κατά την ομιλία της στο 4ο Cantina Academy, που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».

Όπως τόνισε, η άνοδος της θερμοκρασίας, η συχνότερη και εντονότερη ξηρασία και οι ακραίες καιρικές συνθήκες επηρεάζουν ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα των βασικών καλλιεργειών και την ασφάλεια των αγροτικών προϊόντων.

Η ελιά, μια καλλιέργεια που εκτείνεται σε περίπου 11 εκατομμύρια εκτάρια παγκοσμίως και συνιστά θεμέλιο της οικονομίας, της διατροφής και της πολιτιστικής ταυτότητας των μεσογειακών χωρών, αποτελεί κατά την Teresa Garcia Lopez χαρακτηριστικό παράδειγμα. «Η εκτεταμένη καλλιέργεια λίγων, γενετικά παρόμοιων ποικιλιών, όπως η Κορωνέικη, αυξάνει την ευαλωτότητα του τομέα στις νέες κλιματικές πιέσεις. Όταν η παραγωγή βασίζεται σε περιορισμένο γενετικό υλικό, η ικανότητα προσαρμογής σε ακραίες θερμοκρασίες, παρατεταμένη ξηρασία ή αυξημένη αλατότητα μειώνεται σημαντικά» τόνισε.

Αντίθετα, σύμφωνα με την ίδια, η διατήρηση και αξιοποίηση της τοπικής ποικιλομορφίας μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο προσαρμογής. Ελληνικές ποικιλίες όπως η Αρβανιτολιά Σερρών και η Λευκοελιά Σερρών έχουν επιδείξει αυξημένη ανθεκτικότητα σε συνθήκες ξηρασίας και αλατότητας, αναδεικνύοντας τη σημασία του γενετικού πλούτου ως «ασφαλιστικής δικλείδας» για το μέλλον της καλλιέργειας. Η προστασία αυτής της βιοποικιλότητας δεν είναι απλώς θέμα επιστημονικής καταγραφής· είναι στρατηγική επιλογή για τη διασφάλιση της παραγωγής.

Σε αυτό το πλαίσιο, συνέχισε Teresa Garcia Lopez, οι τράπεζες γενετικού υλικού αποκτούν καθοριστικό ρόλο. Η διατήρηση εκατοντάδων ποικιλιών σε οργανωμένες συλλογές διασφαλίζει ότι το γενετικό απόθεμα παραμένει διαθέσιμο για έρευνα και αξιοποίηση. Ιδιαίτερη συμβολική και πρακτική σημασία έχει η κατάθεση σπόρων ελιάς — συμπεριλαμβανομένων ελληνικών ποικιλιών — στο Παγκόσμιο Θησαυροφυλάκιο Σπόρων του Σβάλμπαρντ. Η ενέργεια αυτή υπογραμμίζει ότι η βιοποικιλότητα αντιμετωπίζεται πλέον ως παγκόσμιο αγαθό που χρειάζεται μακροπρόθεσμη θωράκιση.

«Η αύξηση της θερμοκρασίας δημιουργεί και έναν δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα σοβαρό κίνδυνο: την ενίσχυση μυκήτων που παράγουν μυκοτοξίνες. Οι αφλατοξίνες, οι πιο γνωστές από αυτές, μπορούν να μολύνουν προϊόντα όπως τα φιστίκια, τα αμύγδαλα και τα σύκα, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και προκαλώντας οικονομικές απώλειες λόγω απορρίψεων στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης» υπογράμμισε η Teresa Garcia Lopez.

Ιδιαίτερη ανησυχία, πρόσθεσε, προκαλεί η εμφάνιση θερμόφιλων ειδών μυκήτων, όπως το Aspergillus minisclerotigenes, το οποίο ευνοείται από θερμοκρασίες 30–35°C και από συνθήκες χαμηλής υγρασίας. Σε πειραματικές συνθήκες έχει καταγραφεί παραγωγή πολύ υψηλών επιπέδων αφλατοξινών, γεγονός που αναδεικνύει έναν νέο, αυξανόμενο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή παραγωγή ξηρών καρπών. Η κλιματική θέρμανση λειτουργεί ως επιταχυντής αυτών των φαινομένων.

Κατά την ίδια, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: η ίδια θερμική πίεση που επιβάλλει τη διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας της ελιάς απαιτεί ταυτόχρονα ενίσχυση της επιστημονικής επαγρύπνησης απέναντι σε νέες φυτοπαθολογικές απειλές.

«Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτείται ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδυάζει: τη διατήρηση και ενεργή αξιοποίηση των τραπεζών γενετικού υλικού, την ενίσχυση της καλλιεργούμενης ποικιλότητας στο χωράφι, τη στοχευμένη έρευνα για την επιλογή ανθεκτικών ποικιλιών και την ανάπτυξη και εφαρμογή βιολογικών μεθόδων ελέγχου των παθογόνων μυκήτων» επισήμανε.

Η Teresa Garcia Lopez υποστήριξε πως η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα και, καταλήγοντας, τόνισε πως η διασφάλιση της αγροτικής παραγωγής, της διατροφικής ασφάλειας και της οικονομικής σταθερότητας των μεσογειακών χωρών εξαρτάται από τη δυνατότητά μας να συνδυάσουμε τη βιοποικιλότητα με την επιστημονική καινοτομία, καθώς μόνο μέσα από μια τέτοια συντονισμένη προσέγγιση μπορούμε να προστατεύσουμε τις καλλιέργειες που στηρίζουν την κοινωνία και την οικονομία μας.

Ποια είναι η Teresa Garcia Lopez

Η Δρ. María Teresa García López είναι φυτοπαθολόγος με κύρια αποστολή την προστασία της τροφικής αλυσίδας. Απέκτησε το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Κόρδοβα (Ισπανία), ενώ πραγματοποίησε ερευνητική υποτροφία διάρκειας 18 μηνών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Davis. Εκεί εξειδικεύτηκε στην ανάπτυξη στρατηγικών βιολογικής καταπολέμησης τοξικών μυκητιακών ενώσεων, όπως οι αφλατοξίνες, σε καρπούς ξηρών καρπών, συμβάλλοντας στη διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων.

Έχει συνεργαστεί με τη διεθνούς φήμης ερευνητική ομάδα UCOLIVO (Τμήμα Γεωπονίας, Πανεπιστήμιο Κόρδοβα), που διαχειρίζεται τη μεγαλύτερη ζωντανή συλλογή ποικιλιών ελιάς παγκοσμίως. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εμπειρία της ως τεχνικός DUS (Διακριτότητα, Ομοιομορφία, Σταθερότητα), με αντικείμενο τον επίσημο χαρακτηρισμό και την πιστοποίηση νέων ποικιλιών ελιάς, γεφυρώνοντας τη γενετική διατήρηση με την εφαρμοσμένη γεωργία.

Εργάζεται ως ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Κόρδοβα και διαθέτει πάνω από δέκα χρόνια διεθνούς εμπειρίας στην αντιμετώπιση μυκητολογικών απειλών σε βασικές μεσογειακές καλλιέργειες, όπως η ελιά, το αμύγδαλο, το φιστίκι και το σύκο. Το έργο της, δημοσιευμένο σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, επικεντρώνεται σε καινοτόμες λύσεις, από την έγκαιρη ανίχνευση ασθενειών με αισθητήρες έως τη βιολογική καταπολέμηση στο πεδίο, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα των καλλιεργειών απέναντι στην κλιματική αλλαγή.