«Η ζήτηση για το βουβαλίσιο κρέας είναι τεράστια» δήλωσε ο παραγωγός Ζέλιος Μπόρας (Φάρμα Μπόρας), κατά την ομιλία του στο πάνελ με αντικείμενο «Προϊόντα της παράδοσης και της καινοτομίας: Παραγωγοί και παραγωγή», στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».

Σε μια απομακρυσμένη περιοχή, όπου η επιχειρηματικότητα δοκιμάζεται καθημερινά, ένα εγχείρημα που ξεκίνησε ως προσωπικό στοίχημα κατάφερε να εξελιχθεί σε μια δυναμική παραγωγική δραστηριότητα. Ο κ. Ζέλιος Μπόρας μιλά για τη διαδρομή του βουβαλίσιου κρέατος από την απόλυτη άγνοια του καταναλωτή μέχρι τη σημερινή αυξημένη ζήτηση.

Η αρχή, όπως εξηγεί, δεν έγινε με καθαρά επαγγελματικά κριτήρια. «Ποτέ τη δουλειά μας δεν την είδαμε σαν δουλειά. Την είδαμε σαν κάτι που μας αρέσει πάρα πολύ. Το βουβάλι το ξεκινήσαμε σαν το στοίχημά μας, όχι τη δουλειά μας».

Στόχος τους ήταν να εισαγάγουν ένα άγνωστο προϊόν στο ελληνικό τραπέζι. Ένα προϊόν που, όπως επισημαίνει, «ο Έλληνας καταναλωτής ποτέ δεν το είχε στο τραπέζι του».

Η συγκυρία που λειτούργησε ως αφετηρία ήταν το σκάνδαλο με τις «τρελές αγελάδες». Εκείνη την περίοδο, όπως αναφέρει, αναδείχθηκαν νέες δυνατότητες. «Πάντα πιστεύω ότι μέσα από μία κρίση υπάρχουν ευκαιρίες να αναγεννηθεί κάποιο προϊόν».

Ωστόσο, τα πρώτα βήματα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Η αποδοχή από το κοινό δεν ήταν δεδομένη. «Ήταν πολύ δύσκολο στην αρχή, γιατί ο Έλληνας δεν ήθελε ούτε καν να το δοκιμάσει».

Η πρώτη χρονιά έκλεισε με μόλις 150 κιλά κατανάλωσης βουβαλίσιου κρέατος. Το σημείο καμπής ήρθε μέσα από ένα παραδοσιακό προϊόν: τον καβουρμά. «Ο τρόπος που πείσαμε σιγά σιγά τον καταναλωτή να το δοκιμάσει ήταν με ένα παραδοσιακό προϊόν που λέγεται καβουρμάς». Παραδοσιακά, οι συνταγές από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο βασίζονταν στο χοιρινό κρέας. Η διαφοροποίηση ήταν συνειδητή. «Είπαμε θα το κάνουμε με το βουβάλι για να δώσουμε τη δυνατότητα στον καταναλωτή να το δοκιμάσει».

Η στρατηγική αυτή λειτούργησε ως γέφυρα εμπιστοσύνης. Με τον χρόνο, η κατανάλωση αυξήθηκε θεαματικά. Σήμερα, όπως δηλώνει, η επιχείρηση φτάνει περίπου στους 80 τόνους βουβαλίσιου κρέατος.

Σημαντική ώθηση έδωσε και η συμβολαιακή συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς. «Μας έχει βοηθήσει πάρα πολύ».

Παράλληλα, γίνονται προσπάθειες ένταξης και άλλων παραγωγών, με στόχο την αύξηση της πρώτης ύλης και των πωλήσεων, καθώς —όπως επισημαίνει— «η ζήτηση είναι τεράστια». Επιπλέον, τονίζει ότι οι τιμές παραμένουν ανταγωνιστικές σε σύγκριση με το μοσχαρίσιο κρέας.

«Η Κερκίνη έγινε γαστρονομικός προορισμός μέσα από το Βουβάλι»

Ένα παραδοσιακό προϊόν, μια σύγχρονη υποδομή και μια απρόσμενη αναπτυξιακή δυναμική για ολόκληρη την περιοχή. Ο κ. Ζέλιος Μπόρας περιγράφει πώς μια οργανωμένη παραγωγική προσπάθεια οδήγησε όχι μόνο στην κατοχύρωση ενός προϊόντος ως παγκόσμια πατέντα, αλλά και στη μετατροπή της Κερκίνης σε γαστρονομικό προορισμό. «Έχουμε ένα σύγχρονο εργαστήριο, με όλες τις προδιαγραφές που ζητάει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με όλους τους κανόνες υγιεινής. Εφαρμόζουμε το ISO 2000».

Η επένδυση στην ποιότητα και την πιστοποίηση αποτέλεσε τη βάση για το επόμενο βήμα: την ανάδειξη ενός παραδοσιακού προϊόντος σε κατοχυρωμένη καινοτομία. «Προχωρήσαμε και βγάλαμε ένα προϊόν παραδοσιακό, το κάναμε πιστοποιημένο και κάποια στιγμή το κατοχυρώσαμε και σαν παγκόσμια πατέντα».

Αρχικά, όπως εξηγεί, η προσπάθεια αφορούσε την κατοχύρωση του προϊόντος ως ελληνικού. «Είχαμε ξεκινήσει να το πατεντάρουμε σαν ελληνικό προϊόν, “Βουβαλίσιος Καβουρμάς Μπόρας”, και μέσα από έρευνα που έγινε από τον ΟΒΙ αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει πουθενά στον πλανήτη αυτό το προϊόν και μας το κατοχύρωσαν σαν παγκόσμια πατέντα δικιά μας».

Η κατοχύρωση αφορά «όλη τη διαδικασία και με αυτό το συγκεκριμένο κρέας», όπως διευκρινίζει, υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα του προϊόντος. Ωστόσο, η επίδραση της προσπάθειας δεν περιορίστηκε στην επιχειρηματική επιτυχία. Σύμφωνα με τον κ. Μπόρα, η Κερκίνη απέκτησε μια νέα ταυτότητα. «Χωρίς να το επιδιώξουμε, η Κερκίνη έχει γίνει γαστρονομικός προορισμός».

Τα στοιχεία που παραθέτει είναι ενδεικτικά: «400.000 επισκέπτες έχουμε τον χρόνο, από όλη την Ευρώπη και από όλο τον πλανήτη».

Η επισκεψιμότητα, μάλιστα, εκτιμά ότι θα αυξηθεί περαιτέρω, καθώς —όπως αναφέρει— οι βόρειοι γείτονες επιλέγουν πλέον την περιοχή για σύντομες αποδράσεις. «Οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι έχουν αρχίσει και κατεβαίνουν στην περιοχή μας για το τριήμερό τους, για τα καταλύματα που έχουμε, να δοκιμάσουν αυτό το προϊόν. Αυτό ήταν το προϊόν, το “τυράκι”, για να φέρουμε όλο αυτόν τον κόσμο στην περιοχή». Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη γεωγραφική εγγύτητα της Σόφιας. «Από τη Σόφια που έχει 2,5 ώρες για να έρθει στην Κερκίνη, ο Θεσσαλονικιός έχει 1,5 ώρα. Γεννιέται μια καινούργια αγορά που είναι δίπλα μας».

Πέρα από τα οφέλη για την ίδια την εταιρεία, ο κ. Μπόρας εστιάζει στη συνολική επίδραση στην τοπική οικονομία. «Άσχετα εμείς σαν εταιρεία τι κερδίζουμε και πόσο έχουμε επεκταθεί, δεκάδες επιχειρήσεις και εκατοντάδες κόσμος στην περιοχή έχει μείνει και ασχολείται με όλον αυτόν τον τουρισμό που έρχεται και αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο».

Η εκτίμησή του για το μέλλον είναι σαφής: «Η περιοχή μας έχει φοβερή δυναμική και θα αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο. Και βέβαια προετοιμαζόμαστε για αυτό που έρχεται».

Ποιος είναι ο Ζέλιος Μπόρας

Ο Ζέλιος Μπόρας, συνιδρυτής της Ζ. ΜΠΟΡΑΣ & ΣΙΑ Ο.Ε., έθεσε το 1987 τις βάσεις μιας οικογενειακής επιχείρησης που μεταμορφώθηκε από απλό κρεοπωλείο σε υπερσύγχρονη μονάδα παραγωγής και τυποποίησης εξειδικευμένων προϊόντων. Μαζί με τον αδελφό και συνιδρυτή του Δημήτρη, εστίασε από νωρίς σε αρχές ποιότητας, ιχνηλασιμότητας και σεβασμού προς την πρώτη ύλη, διαμορφώνοντας μια φιλοσοφία που παραμένει ο πυρήνας της εταιρείας.

Η στρατηγική τους στροφή ήρθε με την επένδυση στο βουβαλίσιο κρέας της λίμνης Κερκίνης. Το νεροβούβαλο, με τα μοναδικά του διατροφικά οφέλη –πλούσιο σε πρωτεΐνες, χαμηλό σε λιπαρά–, έγινε ο πυλώνας βιώσιμης ανάπτυξης. Οι αδελφοί Μπόρα στήριξαν την τοπική παραγωγή, εφαρμόζοντας πρακτικές για την προστασία του περιβάλλοντος και την οικονομική στήριξη της περιοχής.

Σήμερα, η Ζ. ΜΠΟΡΑΣ & ΣΙΑ Ο.Ε. διαθέτει κορυφαίες υποδομές, πιστοποιημένη γκάμα προϊόντων βουβαλίσιου κρέατος και συνεργασίες με λιανικά δίκτυα και τον κλάδο HORECA σε όλη την Ελλάδα. Η εταιρεία παραμένει προσηλωμένη στην καινοτομία, την ποιότητα και την εξειδίκευση, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση μπορεί να συναντήσει τη σύγχρονη γαστρονομία.