Υπάρχουν και αυτά τα μαγαζιά, μακριά από τα έντονα φώτα και τις hyped γειτονιές, μακριά από τα insta photos και την επιφανειακή απεικόνιση μιας εφήμερης απόλαυσης. Αυτό είναι το Cerdo Negro 1985, απέναντι από την Τεχνόπολη, στο Γκάζι, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, σε μια αλλοτινή αυλή γεμάτη memorabilia. Εκεί η φωτιά και ο καπνός ενώνουν γευστικά την Ελλάδα με την Ισπανία και τη Λατινική Αμερική.
Το όνομα, Μαύρος Χοίρος 1985, αντανακλά την αγάπη των αδερφών Κώστα και Γιώργου Αλεξόπουλου για τον ιβηρικό χοίρο, αλλά και τη χρονιά γέννησης του Γιώργου. Στην κουζίνα βρίσκεται ο Κώστας, με σημαντική θητεία σε κουζίνες, όπως το Fat Duck στο Λονδίνο και το Tickets στη Βαρκελώνη. Τον χώρο έχουν στήσει χωρίς πολλές φλυαρίες και επικοινωνιακά τρικ, ενώνοντας την ελληνική τους καταγωγή με το πάθος τους για την ισπανική κουζίνα. Η φωτιά είναι το κυρίαρχο στοιχείο της κουζίνας και της φιλοσοφίας τους. Στον à la carte κατάλογο υπάρχουν 10 συνθέσεις που αλλάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, πλάι σε ένα κρυφό πεντάρι μενού γευσιγνωσίας, με επιλογές του σεφ μέσα από τον ίδιο τον κατάλογο, με τίτλο Taste of Cerdo Negro.

Δείτε επίσης
Κριτική – Nolan: Δέκα χρόνια μετά, τι έχει αλλάξει και τι μένει ίδιο
Μπήκα στην αυλή βράδυ Τετάρτης, λίγο μετά τις 8. Από τα ηχεία έπαιζε δυνατά το You Sent Me Flying της Amy Winehouse. Παλιές μεταλλικές καρέκλες γύρω από τα μεγάλα τραπέζια ντύνουν τον χώρο στα μαύρα και τα γκρι. Η αυλή είναι γεμάτη αναρριχώμενα φυτά, ξύλινα παράθυρα και σκεπασμένη με τζάμι, με μια σκοτεινή αύρα που αντανακλά τη μαγειρική ένταση και κάνει κοντράστ με τις φλόγες που καίνε στον ξυλόφουρνο, πίσω από τη σχεδόν μισάνοιχτη κουζίνα. Στο βάθος, δύο μαύρες γουρουνοκεφαλές στέκονται σαν γλυπτές προτομές. Στο εσωτερικό κυριαρχεί το ξύλο, σε ρετρό έπιπλα: μια παλιά ζυγαριά μπακάλικου, μια ραπτομηχανή, ένα σκρίνιο, ένα πικάπ και οικογενειακά κειμήλια στήνουν ένα vintage σκηνικό με θεατρική αύρα. Αυτό που χαρακτηρίζει όμως πραγματικά τον χώρο είναι η μυρωδιά του καπνού. Η κουζίνα στέκεται στο βάθος της σάλας, πίσω από δύο ξύλινα πόρτο-παράθυρα κάτω από τις γουρουνοκεφαλές. Εδώ, δεν θα συναντήσετε φορμαρισμένους σερβιτόρους με ομοιόμορφες στολές και φινιρισμένα λόγια. Στην αυλή, ο Γιώργος Αλεξόπουλος, με αυθορμητισμό και ανεπιτήδευτο χιούμορ, σερβίρει ο ίδιος τις ισπανόφωνες συνθέσεις του αδερφού του, Κώστα.
Το μενού: Τι δοκιμάσαμε
Δέκα διαφορετικά πιάτα, όλα βγαλμένα από τη φωτιά, με τη λατινοαμερικάνικη κουζίνα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Από καπνιστά καλαμπόκια και αυθεντικό ceviche με γλυκοπατάτα και τροπικά φρούτα, μέχρι μοσχαρίσιο ταρτάρ με μεδούλι και jalapeño, και ιβηρικό χοιρινό με άγριο σκόρδο και chimichurri. Πρωτότυπη πληθωρική κουζίνα που ίσως αποπροσανατολίσει στην αρχή. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η αδιαμφισβήτητη νοστιμιά της, πληθωρική και καυτερή, που αναμετριέται καθημερινά με ένα πολυεθνικό κοινό στα τραπέζια της, τουρίστες στην πλειοψηφία τους που μάλλον εμπιστεύονται τις επιλογές του οδηγού Michelin για την Αθήνα.

Ξεκίνησα με τις πιο νόστιμες ξυλόφουρνιστές ελιές, μαριναρισμένες με πάνω από δέκα μπαχαρικά, φρούτα, φλούδες και έλαια, μεταξύ άλλων κανέλα, γλυκάνισο, κουμκουάτ, λεμόνι, κύμινο και πορτοκάλι. Πρώτα ήρθε το άρωμα της κανέλας που καιγόταν και μετά είδα την πυρωμένη άκρη της πάνω στις ελιές. Τις συνόδευε ζυμωτό ψωμί περασμένο από τη σχάρα και ένας ταραμάς με αβοκάντο. Στα 5 ευρώ ανά άτομο, είναι εξαιρετική τιμή για όσα έφτασαν στο τραπέζι. Ακολούθησαν τα corn ribs, στα 12 ευρώ: απλά αλλά πολύ νόστιμα καψαλισμένα παϊδάκια καλαμποκιού, που σερβίρονται με πικάντικη σάλτσα γιαουρτιού με την υπογραφή του αμερικανικού Νότου, με τσίλι και σταγόνες από καψαλισμένο λάιμ.
Το Señor Cannibal δεν έχει βγει ποτέ από τον κατάλογο και κοστίζει 30 ευρώ, μια αρκετά υψηλή τιμή. Η μερίδα είναι μεγάλη: χοντροκομμένα κομμάτια μοσχαρίσιου ταρτάρ με πιπεριές jalapeño, πίκλες κρεμμυδιού και το απαραίτητο καμένο λάιμ, που δίνει την απαραίτητη δροσιά και οξύτητα, πάνω σε δύο μεγάλα κόκκαλα γεμάτα μεδούλι, με χειροποίητα, τραγανά chips περασμένα κι αυτά από τη φωτιά. Είναι ένα comfort πιάτο, πιο έντονο απ’ όσο περιμένεις, και το κόκκαλο με το μεδούλι το κάνει λίγο ανεπιτήδευτα αλήτικο στη μπουκιά. Στο σύνολο όμως το μεδούλι ήταν πολύ, βουτυράτο και λιπαρό, και ένιωσα ότι δεν χρειαζόταν τόση ποσότητα.
Το κοτόπουλο Chix Maroqui, στα 22 ευρώ, ψημένο στον ξυλόφουρνο, ήρθε με κρέμα από πάστα πιπεριάς aji amarillo, ένα γοητευτικό περουβιανό κοντιμέντο, μαροκινό λεμόνι και κρεατένια χειροποίητη σάλτσα. Ήταν μια πολύ νόστιμη εναλλακτική στο signature ιβηρικό χοιρινό, ή στο μοσχάρι με αχλάδι και πόρτο.

Ο λογαριασμός
Πλήρωσα σχεδόν 80 ευρώ για το ψωμί, τα corn ribs, ταρτάρ, το κοτόπουλο και νερό. Η ποσότητα του φαγητού ήταν ικανή να χορτάσει δύο άτομα επακριβώς, με μέση τιμή γύρω στα 40 ευρώ το άτομο. Ένας μοναχικός επισκέπτης που θα πάρει τρία πιάτα θα ανέβει, στα 50-55 ευρώ. Αντίθετα, το tasting menu με 5 επιλογές του σεφ κοστίζει 70 ευρώ και είναι η πιο value πρόταση.
Επίλογος
Στο φινάλε, ένα αφράτο ξυλοφουρνιστό βασκικό cheesecake έφθασε στο τραπέζι κλείνοντας το γεύμα μου. Στο Cerdo Negro 1985 οι αδερφοί Αλεξόπουλοι έχουν στήσει ένα προσεγμένο εστιατόριο με προσωπικό χαρακτήρα και μια πρωτότυπη κουζίνα χωρίς ίχνος επανάληψης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο οδηγός Michelin τούς έδωσε Bib Gourmand για την καλή σχέση γεύσης και τιμής.
info
Διεύθυνση: Βίτωνος 5, Αθήνα, τηλ: 21 0347 0628
Διαβάστε επίσης
Ρετρό πιάτα που επιστρέφουν και 5 διευθύνσεις για να τα δοκιμάσετε
Gamay: Από τα Εξάρχεια στο ιστορικό κέντρο με μια συλλογή 370 ετικετών