Comfort food, value menus, μικρές πολυτέλειες και μικρότερες μερίδες. Η ακρίβεια δεν μας έκανε να πάψουμε να αναζητούμε την απόλαυση στο καλό φαγητό, μας έκανε όμως πολύ πιο επιλεκτικούς στον τρόπο που ξοδεύουμε γι’ αυτήν.
Κόβουμε ίσως μία έξοδο, όχι όμως απαραίτητα και το καλό κρασί. Προτιμάμε ένα προκαθορισμένο μενού αντί να παραγγείλουμε χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος, ένα εξαιρετικό γλυκό αντί για ολόκληρο δείπνο, μικρότερη μερίδα αντί για ένα πιάτο που θα καταναλωθεί μισό. Και όταν αποφασίζουμε να πληρώσουμε κάτι ακριβότερα, περιμένουμε τουλάχιστον να αξίζει τα χρήματά του.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή που φέρνει η ακρίβεια στη γαστρονομία: το «οικονομικό» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην «φθηνό». Σημαίνει περισσότερο έλεγχο, λιγότερες άσκοπες δαπάνες και απαίτηση να αξίζει αυτό που πληρώνουμε.

Η ακρίβεια και η επιστροφή του comfort food
Δεν είναι τυχαίο ότι το comfort food βρίσκεται στη δεύτερη θέση των σημαντικότερων γαστρονομικών τάσεων για το 2026 στην ετήσια πρόβλεψη της αμερικανικής National Restaurant Association, ενώ στα πρώτα δέκα εμφανίζεται και το global comfort food: οικεία, καθησυχαστικά φαγητά από διαφορετικές κουζίνες του κόσμου. Σε εποχές αβεβαιότητας φαίνεται ότι είμαστε λιγότερο πρόθυμοι να πληρώσουμε για κάτι που μπορεί να μας απογοητεύσει. Σούπες, μαγειρευτά, ζυμαρικά, burgers επιστρέφουν στο προσκήνιο.
Στην Ελλάδα η αντιστοιχία είναι σχεδόν αυτονόητη: όσπρια, πίτες, κεφτέδες, λαδερά, ένα καλό πιάτο ζυμαρικά. Όχι επειδή αποτελούν καταγεγραμμένη ελληνική τάση, αλλά επειδή συγκεντρώνουν όσα ζητά σήμερα ο καταναλωτής: οικειότητα, χορταστικό φαγητό και σχετικά ελεγχόμενο κόστος.

Όχι το φθηνότερο, αλλά το πιο τίμιο
Ακριβώς μετά το comfort food, στην τρίτη θέση της ίδιας πρόβλεψης βρίσκονται τα value menus. Δεν πρόκειται απλώς για φθηνά μενού. Η λέξη «value» περιγράφει περισσότερο τη σχέση ανάμεσα σε αυτό που πληρώνουμε και σε αυτό που τελικά παίρνουμε: ποσότητα, ποιότητα, γεύση, ακόμη και εμπειρία. Και εδώ η αμερικανική τάση συναντά μια σαφή ευρωπαϊκή συμπεριφορά.
Στις πέντε μεγαλύτερες αγορές της Ευρώπης (Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία) οι καταναλωτές βγαίνουν λιγότερο για φαγητό, ενώ πληρώνουν περισσότερο όταν βγαίνουν. Στο δωδεκάμηνο έως τον Ιούνιο του 2026 οι επισκέψεις μειώθηκαν κατά 0,7%, η συνολική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,4% και ο μέσος λογαριασμός κατά 2,1%. Ταυτόχρονα, περίπου μία στις τρεις ευρωπαϊκές εξόδους για φαγητό περιλαμβάνει πλέον κάποια προσφορά ή συνδυασμό προϊόντων.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να βρούμε οπωσδήποτε το φθηνότερο στην αγορά, αλλά να μη σηκωθούμε από το τραπέζι με την αίσθηση ότι πληρώσαμε περισσότερο απ΄όσο άξιζε γι’ αυτό που φάγαμε.
Κι όμως, μέσα στην οικονομική πίεση η πολυτέλεια δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει μέγεθος. Εδώ πατά η λογική των «little treats». Μπορεί να αναβάλουμε ένα ακριβό δείπνο, αλλά όχι τον πολύ καλό καφέ, το εξαιρετικό γλυκό, ένα premium σνακ ή ένα καλό ποτήρι κρασί. Είναι οι μικρές πολυτελείς ανταμοιβές μας, η επιβράβευση της ημέρας μας.
Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μορφή επιλεκτικής οικονομίας, σύμφωνα με την οποία αντί να υποβαθμίσουμε όλες τις αγορές μας, περιορίζουμε κάποιες και διατηρούμε εκείνες που μας προσφέρουν τη μεγαλύτερη απόλαυση. Λιγότερο, αλλά καλύτερο.

Χρειαζόμαστε τόσο μεγάλη μερίδα;
Στο ίδιο κλίμα εντάσσονται και οι «right-sized portions», οι «σωστού μεγέθους μερίδες». Οι τεράστιες μερίδες, που για χρόνια ταυτίστηκαν με το «δίνουν μεγάλη αξία στα λεφτά μου», αρχίζουν να αμφισβητούνται. Μικρότερη ποσότητα μπορεί να σημαίνει χαμηλότερη τιμή, λιγότερο φαγητό στα σκουπίδια και τελικά καλύτερη σχέση με αυτό που παραγγέλνουμε.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία που να μας επιτρέπουν να βαφτίσουμε τα little treats ή τις μικρότερες μερίδες ελληνικές τάσεις, αν και βλέπουμε να κατακτούν τις προτιμήσεις των νεότερων ηλικιών. Παράλληλα, όμως, έχουμε μια αγορά στην οποία το όριο ανάμεσα στο «μαγειρεύω», «αγοράζω έτοιμο» και «τρώω έξω» μετακινείται.
Έρευνα του ΙΕΛΚΑ το 2026 υπολόγισε τη μέση δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για έτοιμο φαγητό σε περίπου 770 ευρώ τον χρόνο, ενώ τα σούπερ μάρκετ έχουν σχεδόν διπλασιάσει μέσα σε μία δεκαετία το ποσοστό των καταναλωτών που τα επιλέγουν για αγορά έτοιμου φαγητού. Η σημαντικότερη οικονομική τάση στο φαγητό δείχνει να μην έχει να κάνει ούτε με το φθηνό ούτε με το ακριβό, αλλά με την αξία καθαυτή. Τι θα αγοράσω, πόσο χρειάζομαι, πού θα φάω και για ποιο πράγμα είμαι ακόμη πρόθυμος να πληρώσω κάτι παραπάνω. Η ερώτηση στη νέα οικονομία δεν ολοκληρώνεται πια στο «πόσο κάνει;», αλλά ακολουθείται από το «αξίζει να το πληρώσω;»