Στο Καφενείο 1987 της οδού Λουκιανού, η σεφ Κυριακή Φωτοπούλου δίνει τη δική της γεύση στην ελληνική κουζίνα. Επιστρέψαμε μετά από ένα χρόνο για τα μαγειρευτά της και βρήκαμε σπιτική νοστιμιά, μερικές αστοχίες και ένα μωσαϊκό που άξιζε την τελευταία κουταλιά.

Τέλος Οκτωβρίου και τα τραπέζια στο κατηφορικό πεζοδρόμιο της Λουκιανού ήταν όλα γεμάτα. Η βραδιά γλυκιά, τα παράθυρα της σάλας ανοιχτά και οι παρέες μέσα και έξω να μοιάζουν κομμάτι της ίδιας συντροφιάς. Στα περισσότερα τραπέζια νέος κόσμος, σε έναν χώρο που κρατά κάτι από το παλιό Κολωνάκι, χωρίς να απαιτεί από τους θαμώνες του να το έχουν προλάβει.

Το Καφενείο 1987 έχει αυτή την ευκολία. Μπορείς να εκτιμήσεις τα σκούρα ξύλα, τα λινά στα τραπέζια, τους πίνακες και τις γκραβούρες, να παρατηρήσεις όσα διατηρούν την ηλικία του ορατή, και ύστερα να αφοσιωθείς στην παραγγελία σου. Η ανανέωσή του άφησε χώρο στην προηγούμενη ζωή του. Σήμερα, πάντως, η εμπειρία είναι περισσότερο εκείνη ενός εστιατορίου, με την περιποίηση και τις αντίστοιχες προσδοκίες που αυτό συνεπάγεται. Το παλιό μαγειρείο επιβιώνει κυρίως μέσα στον κατάλογο.

Το χέρι πίσω από τις κατσαρόλες

Εκεί βρίσκεται και ο βασικός λόγος της επιστροφής μας. Η σεφ Κυριακή Φωτοπούλου έχει ταλέντο και ουσιαστική σχέση με την ελληνική κουζίνα, ιδιαίτερα με τα φαγητά της κατσαρόλας. Ξέρει να δουλεύει πάνω σε μια γνώριμη γεύση, να της δίνει τη δική της κατεύθυνση και να διατηρεί την αμεσότητά της. Η πρώτη μας επίσκεψη είχε αφήσει αυτήν ακριβώς την αίσθηση, μιας μαγειρικής που σε κερδίζει με τη νοστιμιά και τη φροντίδα της – εκείνα τα αφράτα κεφτεδάκια, μεταξύ άλλων, μας είχαν κλέψει την καρδιά.

Αυτή τη φορά, η φροντίδα δεν έφτανε με την ίδια συνέπεια σε κάθε πιάτο. Στα μανιτάρια στιφάδο, για παράδειγμα, η σάλτσα ήταν πυκνή, όμως το δεντρολίβανο είχε πάρει περισσότερο χώρο απ’ όσο του αναλογούσε. Το άρωμά του σκέπαζε τα μανιτάρια και τελικά η γεύση που περίμενες να συναντήσεις έμενε πίσω. Η πλιγουροσαλάτα κρατούσε τις οξύτητές της, χρειαζόταν όμως λίγο ακόμη ελαιόλαδο για να αποκτήσει πιο στρογγυλή, ευχάριστη αίσθηση στο στόμα.

Οι ροδίτικες λαδόπιτες είχαν πιο εμφανές πρόβλημα. Πολύ χοντρό αλάτι στην επιφάνεια, παραπανίσιο λάδι και ψήσιμο στα κάρβουνα που σε ορισμένα σημεία είχε προχωρήσει μέχρι το κάψιμο. Η πικράδα εκείνων των μπουκιών δυσκόλευε την απόλαυση ενός συνοδευτικού που θα ήθελες να επιστρέφει διαρκώς στο χέρι σου. Αντίθετα, η τυρόπιτα με το χειροποίητο τραγανό φύλλο, που είχε περάσει και αυτή από την φωτιά, ήταν γευστική, με μπόλικη γέμιση και δεν έμεινε πολύ στο τραπέζι.

Η νοστιμιά και ο ρυθμός του τραπεζιού

Το αρνί τσιγαριαστό με χυλοπίτες εμφανίστηκε μαζί με τα ορεκτικά. Μια άστοχη άφιξη που βάρυνε απότομα το τραπέζι και χάλασε τη σειρά του φαγητού. Είτε η βιασύνη ξεκίνησε από την κουζίνα είτε προέκυψε από ασυνεννοησία, το σέρβις θα έπρεπε να έχει συγκρατήσει το πιάτο. Η ευγένεια υπήρχε σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς, αλλά στις πολλές παραγγελίες η ομάδα έχανε κάπως τον προσανατολισμό της και οι αναμονές μεγάλωναν.

Τα σουτζουκάκια μάς επανέφεραν σε πιο ευχάριστο έδαφος. Σπιτικά στον χαρακτήρα, με μετρημένα μπαχαρικά και μια νόστιμη κόκκινη σάλτσα, είχαν την οικειότητα που αναζητάς σε ένα τέτοιο φαγητό. Δίπλα τους, οι τηγανητές πατάτες ήταν τραγανές και απολαυστικές. Από εκείνες που συνεχίζεις να τσιμπολογάς όσο προχωρά η συζήτηση, μέχρι να διαπιστώσεις ότι το πιάτο έχει αδειάσει.
Το χοιρινό πρασοσέλινο, παρότι καλομαγειρεμένο, έμεινε γευστικά χαμηλόφωνο. Του έλειπε η ένταση που θα έδινε στην επόμενη πιρουνιά μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η μαγειρική κατεύθυνση της Φωτοπούλου αναγνωριζόταν παντού. Εκείνο που έλειπε ήταν η τελική επιμέλεια, το βλέμμα που θα διόρθωνε τις αναλογίες και θα σταματούσε εγκαίρως το περίσσιο ψήσιμο. Δεν γνωρίζουμε αν η ίδια βρισκόταν εκείνο το βράδυ στην κουζίνα. Η διαφορά από την προηγούμενη επίσκεψή μας, ωστόσο, ήταν αισθητή. Και σε ένα εστιατόριο στο οποίο επιστρέφεις για συγκεκριμένη μαγειρική, η συνέπεια έχει βάρος.

Το μωσαϊκό που ήρθε στο τέλος κέρδισε αμέσως την προσοχή του τραπεζιού. Ωραία υφή, πλούσια γεύση σοκολάτας και εκείνη η γνώριμη απόλαυση που ξυπνά παιδικές αναμνήσεις χωρίς να χρειάζεται εξηγήσεις. Το κουτάλι επέστρεφε στο πιάτο ξανά και ξανά χωρίς σκέψη, μέχρι την τελευταία μπουκιά. Ο καλύτερος και πιο γλυκός τρόπος για να κλείσει το δείπνο μας. Αυτή την προσήλωση θα θέλαμε να μας είχαν προκαλέσει περισσότερα πιάτα της βραδιάς.

info
Καφενείο 1987, Λουκιανού 26, Κολωνάκι, τηλ. 210 7239600.