Αν τα δύο προηγούμενα πάνελ του 4ου Cantina Academy κινήθηκαν γύρω από την παραγωγή και την αγορά, το τρίτο έβαλε στο τραπέζι τον πιο μακροπρόθεσμο παράγοντα: την εκπαίδευση. Υπό τον συντονισμό της Γεωργίας Σαδανά, δημοσιογράφου στο Πρώτο Θέμα, η συζήτηση εστίασε στο πώς η γνώση, η τεχνολογία και η τουριστική εμπειρία μπορούν να μετατρέψουν τη γαστρονομία σε πραγματικό αναπτυξιακό εργαλείο.
Στη διάρκεια του συγκεκριμένου πάνελ έγιναν οι δύο από τις τρεις σημαντικές ανακοινώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο 4ο Cantina Academy σχετικά με την γαστρονομία και την εκπαίδευση:
Η δημοσιογράφος έθεσε εξαρχής το πλαίσιο: «Όλα ξεκινούν από την εκπαίδευση… όταν συνδυάζεται με τη γαστρονομία μπορούμε να έχουμε υπεραξίες για τον τόπο». Το ερώτημα που διαπέρασε όλη τη συζήτηση ήταν σαφές: μπορεί η Ελλάδα να μετατρέψει τη γαστρονομική της κληρονομιά σε σύγχρονο, εξαγώγιμο προϊόν γνώσης και εμπειρίας;
Ανδρεοπούλου: «Χρειαζόμαστε ολιστική προσέγγιση του τουρισμού»
Η Ζαχαρούλα Ανδρεοπούλου, καθηγήτρια και διευθύντρια του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών Τουρισμός και Τοπική Ανάπτυξη του ΑΠΘ, παρουσίασε το Διατμηματικό Μεταπτυχιακό του ΑΠΘ ως ένα εργαστήριο διεπιστημονικής σύγκλισης. Με συμμετοχή έξι τμημάτων και δεκάδων καθηγητών, το πρόγραμμα — όπως είπε — επιχειρεί να δει τον τουρισμό «ολιστικά» και κυρίως ως μοχλό τοπικής ανάπτυξης.
«Δεν σταματούμε στη θεωρία και στα έδρανα, αλλά προχωράμε στην πράξη», τόνισε, εξηγώντας ότι το πρόγραμμα επενδύει συστηματικά στη δικτύωση με επαγγελματίες της αγοράς. Η γαστρονομία και η αγροδιατροφή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα, με ειδικό μάθημα που — όπως αποκάλυψε — συγκεντρώνει κάθε χρόνο τη μεγαλύτερη ζήτηση φοιτητών.
Η ίδια έδωσε και το στίγμα της επόμενης φάσης: περισσότερη εξωστρέφεια. Ανακοίνωσε μάλιστα τον σχεδιασμό ενός international summer school στην Κω, σε συνεργασία με πανεπιστήμια από Ισπανία και πιθανώς Ιταλία. «Τέτοιες δράσεις τοποθετούν τη γαστρονομία ως στρατηγικό εργαλείο εξωστρέφειας», υπογράμμισε.
Ζηνοβιάδου: Από την πρώτη ύλη… μέχρι το ράφι
Η κοσμήτορας του Perrotis College της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, Κική Ζηνοβιάδου, έβαλε στο κέντρο της συζήτησης την έννοια της αλυσίδας αξίας. «Πρέπει να κατανοήσουν οι σπουδαστές την αξία της πρώτης ύλης και πώς αυτή γίνεται προϊόν πρεσβευτής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», σημείωσε.
Με φόντο τα 121 χρόνια ιστορίας της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, μίλησε για την ανάγκη πραγματικής ολιστικής εκπαίδευσης — από την παραγωγή μέχρι τον καταναλωτή. Και έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα που συνδέεται με όσα ακούστηκαν και στα προηγούμενα πάνελ: η Ελλάδα συχνά παράγει λιγότερο απ’ όσο πιστεύει.
Στο πεδίο της εξωστρέφειας ήταν κατηγορηματική. Το βασικό πρόβλημα για τους μικρούς παραγωγούς δεν είναι η ιδέα — είναι η κλίμακα. «Μόνο με συνεργασίες και συνέργειες μπορούμε να έχουμε ποσότητα», είπε.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν όταν μίλησε για την καινοτομία τροφίμων: «Δεν πρέπει να φτιάχνουμε τρόφιμα που είναι απλώς ωραία — πρέπει ο καταναλωτής να τα ποθεί». Και έδωσε το παράδειγμα που έμεινε: άλλο να θέλει κάποιος μια σοκολάτα και άλλο «τη σοκολάτα της Κικής».
Η ίδια προειδοποίησε ότι «7 στις 10 νέες ιδέες αποτυγχάνουν λόγω κακής έρευνας αγοράς», δείχνοντας ένα διαχρονικό έλλειμμα του ελληνικού οικοσυστήματος.
Αναστασίου: «Η γαστρονομία είναι εμπειρία πριν καν φτάσεις στον τόπο»
Ο Ανέστης Αναστασίου μετέφερε τη συζήτηση στο πεδίο της τουριστικής εμπειρίας και της ψηφιακής πραγματικότητας. Υπενθύμισε ότι το φαγητό απορροφά έως και το 35% του ταξιδιωτικού budget και λειτουργεί ως βασικός φορέας ταυτότητας ενός προορισμού.
«Η γαστρονομία είναι στη βάση της μια εμπειρία», είπε, επισημαίνοντας ότι ξεκινά πολύ πριν την κατανάλωση — από την αναζήτηση στο κινητό μέχρι το post στα social.
Μάλιστα, επικαλέστηκε έρευνα φοιτήτριας του μεταπτυχιακού: «Η απόλαυση από το ποστάρισμα είναι τρεις φορές ισχυρότερη από την ίδια την κατανάλωση». Μια παρατήρηση που δείχνει πόσο έχει αλλάξει το τουριστικό και γαστρονομικό αφήγημα.
Στο δίπολο παράδοση–τεχνολογία ήταν σαφής: «Δεν λέμε αν μας αρέσει το AI. Είναι η νέα κατάσταση». Για τον ίδιο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι μονόδρομος — εργαλείο προβολής, ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Έβαλε όμως και μια κρίσιμη παράμετρο που συχνά υποτιμάται: τη σταθερότητα. «Δεν θέλουμε καλύτερη παρτίδα — θέλουμε ίδια», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας γιατί πολλά ελληνικά προϊόντα δυσκολεύονται να γίνουν διεθνή brands.
Παράδοση vs. ψηφιακή επανάσταση;
Σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης, η κα Σαδανά έθεσε το ερώτημα αν η παράδοση μπορεί να συμβαδίσει με την ψηφιακή έκρηξη. Η απάντηση των ομιλητών ήταν συγκλίνουσα. Ο κ. Αναστασίου μίλησε για «αναγκαία νέα πραγματικότητα», η κα Ζηνοβιάδου τόνισε ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι «μόνο σύμμαχος» ενώ η κα Ανδρεοπούλου επέμεινε στη σημασία της δικτύωσης και της διεπιστημονικότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο post-COVID τοπίο, όπου — όπως σημειώθηκε — η εντοπιότητα και η ιχνηλασιμότητα έγιναν κεντρικές απαιτήσεις των καταναλωτών.
Γαστρονομία ως soft power
Η συζήτηση κορυφώθηκε όταν τέθηκε το ζήτημα της πολιτιστικής διπλωματίας. Μπορεί η ελληνική γαστρονομία να λειτουργήσει ως εργαλείο soft power;
Ο κ. Αναστασίου απάντησε έμμεσα αλλά ουσιαστικά: το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αρέσει ένα προϊόν — είναι να μπορεί να σταθεί εμπορικά και με συνέπεια. Χρησιμοποίησε μάλιστα το μέλι ως παράδειγμα «καταπληκτικής αποτυχίας» εξαγωγικής κλίμακας, παρά την υψηλή ποιότητα.
Κοινή συνισταμένη: χωρίς επαγγελματισμό, σταθερότητα και πιστοποίηση, η πολιτιστική αξία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εμπορική επιτυχία.
Η πιστοποίηση ως «γλώσσα εμπιστοσύνης»
Στο κλείσιμο, αναδείχθηκε έντονα ο ρόλος της πιστοποίησης. Ο κ. Αναστασίου τη χαρακτήρισε «πολύ δυνατό εργαλείο ανάπτυξης», καθώς προσφέρει στον καταναλωτή το κρίσιμο αίσθημα ασφάλειας.
Η κα Ζηνοβιάδου συμφώνησε πλήρως — και έκλεισε με μια ακόμη ανακοίνωση: την έναρξη νέας διετούς ειδικότητας τεχνικού μαγειρικής στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή, με έμφαση: στη σύνδεση με την πρωτογενή παραγωγή, στη γαστρονομική ταυτότητα καθώς και στη μείωση της σπατάλης τροφίμων.
Η γνώση είναι το νέο «μυστικό συστατικό»
Σε αντίθεση με τα προηγούμενα πάνελ που ανέδειξαν κυρίως δομικές αδυναμίες της αγοράς, το τρίτο άφησε μια πιο στρατηγική εικόνα. Η ελληνική γαστρονομία έχει ισχυρή πρώτη ύλη, πολιτισμικό βάθος και αυξανόμενο τουριστικό αποτύπωμα.
Αυτό που κρίνεται τώρα είναι αν το εκπαιδευτικό και ερευνητικό οικοσύστημα θα καταφέρει να συνδέσει επιστήμη και αγορά, να μετατρέψει την εμπειρία σε προϊόν και, τέλος, να δώσει σταθερότητα σε αυτό που σήμερα είναι συχνά αποσπασματικό Όπως φάνηκε από τη συζήτηση, η «συνταγή» υπάρχει. Το στοίχημα είναι — για άλλη μια φορά — η εκτέλεση.
Διαβάστε επίσης:
Παραγωγή σε μετάβαση: Ενέργεια, συνεργασίες και νέα γενιά στο επίκεντρο του 4ου Cantina Academy