Το ριζάρι ήταν η φυσική βαφή για τα κόκκινα πασχαλινά αυγά πριν τις έτοιμες βαφές. Τι είναι, πώς χρησιμοποιούνταν και γιατί εξαφανίστηκε.
Το ριζάρι, η φυσική βαφή που χρησιμοποιούσαν παλιά για τα κόκκινα πασχαλινά αυγά, δεν έδινε ποτέ το ίδιο αποτέλεσμα δύο φορές. Πριν εμφανιστούν οι έτοιμες βαφές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, το κόκκινο δεν ήταν δεδομένο ούτε ομοιόμορφο. Προερχόταν από τη φύση και, πιο συγκεκριμένα, από τη ρίζα ενός φυτού που κάποτε αποτελούσε βασικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Το ριζάρι έδινε το χρώμα, αλλά μαζί του μετέφερε και μια ολόκληρη τεχνική, μια γνώση που σήμερα σχεδόν έχει χαθεί.
Τι είναι το ριζάρι και γιατί δίνει κόκκινο χρώμα
Το ριζάρι, γνωστό και με τα ονόματα αλιζάρι, ρουβιά, βαφικό, είναι η ρίζα του φυτού Rubia tinctorum (madder root) που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για τη βαφή ινών, υφασμάτων και πασχαλινών αυγών. Βράζοντας τη ρίζα, παράγεται φυσική κόκκινη βαφή με αποχρώσεις από κεραμιδί έως βαθύ μπορντό.
Η τεχνική αυτή εγκαταλείφθηκε όταν κυκλοφόρησαν στην αγορά οι συνθετικές βαφές που ήταν σαφώς πιο οικονομικές, ποιο εύκολες στη χρήση και πιο σταθερές στην εφαρμογή τους.

Που έβρισκαν το ριζάρι οι Έλληνες
Το ριζάρι δεν ήταν κάποιο σπάνιο ή εξωτικό υλικό. Ήταν ένα ζιζάνιο που φύτρωνε σε χωράφια, σε άκρες δρόμων, σε πετρώδη εδάφη και οι άνθρωποι ήξεραν πού να το βρουν. Ωστόσο, αυτό που είχε αξία δεν ήταν τόσο το φυτό, όσο η γνώση για την αξιοποίησή του. Οι παλαιότεροι γνώριζαν πότε να το ξεριζώσουν, πώς να το αποξηράνουν και πώς θα το βράσουν για να πάρουν το σωστό χρώμα.
Η δύναμή του κρυβόταν στη ρίζα, εκεί όπου βρίσκονται οι χρωστικές ουσίες κυρίως η αλιζαρίνη που, όταν εκχυλιστούν, δίνουν ένα χαρακτηριστικό βαθύ και ζεστό, γήινο, κόκκινο χρώμα που αλλάζει ανάλογα με το νερό, το pH και τον χρόνο βρασμού.

Από τα χωράφια στα βαφεία
Σε ορισμένες περιοχές, το ριζάρι πέρασε από τη συλλογή στην οργανωμένη παραγωγή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Αμπελάκια Λάρισας, όπου τον 18ο αιώνα αναπτύχθηκε μια από τις πρώτες συνεταιριστικές δραστηριότητες στην Ευρώπη. Εκεί, το ριζάρι κινούσε την οικονομία, καθώς βάφονταν νήματα σε έντονο κόκκινο και εξάγονταν σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Το χρώμα αυτό, που σήμερα θα το λέγαμε «φυσικό», τότε ήταν προϊόν τεχνογνωσίας και εμπορικής αξίας.
Το κόκκινο των αυγών πριν τις βαφές
Στο πασχαλινό τραπέζι, το ριζάρι είχε τη δική του θέση. Η διαδικασία ήταν απλή μεν, αλλά απαιτούσε εμπειρία. Η ρίζα έβραζε σε νερό μέχρι να απελευθερώσει το χρώμα της και μέσα σε αυτό το υγρό τοποθετούνταν τα αυγά. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ποτέ ομοιόμορφο. Άλλοτε ήταν πιο ανοιχτό, άλλοτε πιο σκούρο και με μικρές διακυμάνσεις που έκαναν κάθε αυγό διαφορετικό.

Γιατί το ριζάρι εξαφανίστηκε από την καθημερινότητα
Η αλλαγή ήρθε από την επιστήμη της χημείας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η αλιζαρίνη συντέθηκε εργαστηριακά και οι συνθετικές βαφές άρχισαν να κυριαρχούν. Ήταν φθηνότερες, πιο σταθερές και, κυρίως, πιο προβλέψιμες. Το ριζάρι, που απαιτούσε χρόνο, γνώση και μεταβλητές που δεν μπορούσαν να ελεγχθούν απόλυτα, εγκαταλείφθηκε σταδιακά και μαζί του χάθηκε ένα κομμάτι της παράδοσης.
Που θα το βρείτε
Σε όλα τα ενημερωμένα καταστήματα με βότανα και μπαχαρικά θα βρείτε ριζάρι που παράγεται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυκλοφορεί είτε σε μορφή σκόνης είτε σε μικρά ξυλάκια που χρειάζονται κοπάνισμα με το γουδί πριν χρησιμοποιηθούν.
Δείτε επίσης
Μούσκαρι: Το μωβ λουλούδι που τρώγεται, οι ασκουρδολάκοι και τα κουρκουτζέλια
Φλισκούνι: Τι γεύση έχει η «άγρια μέντα» της Ελλάδας
Άγριο σινάπι: Τα κίτρινα λουλούδια της άνοιξης και η σχέση τους με τη μουστάρδα
Σιδερίτης, το ελληνικό τσάι του βουνού: Τα είδη και η γεύση τους