Στην ανάγκη ανάδειξης της ιδιαίτερης ταυτότητας του ηπειρώτικου αμπελώνα στάθηκε η Πρόεδρος της Ένωσης Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Βορείου Ελλάδος (ΕΝΟΑΒΕ), χημικός και οινολόγος της Zoinos Winery, Ελένη Σίντου, κατά την ομιλία της στο 5o Cantina Academy με κεντρικό θέμα: «Ήπειρος: Οι ρίζες και το μέλλον της αυθεντικότητας», το οποίο διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina στα Ιωάννινα, την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026.
Ο κ. Σίντου συμμετείχε στο 6ο πάνελ του συνεδρίου, με αντικείμενο «Ηπειρώτικη γαστρονομία: από το προϊόν στην εμπειρία», το οποίο συντόνισε η δημοσιογράφος του cantinamag.gr, Γιάννα Μπαλαφούτη.
Όπως ανέφερε, η Ήπειρος διαθέτει σήμερα μια σειρά από αναγνωρισμένα οινοποιεία με πολυετή παρουσία στον χώρο, αλλά και νεότερες επιχειρήσεις που εξελίσσονται δυναμικά τα τελευταία χρόνια.
Οι γηγενείς ποικιλίες ως συγκριτικό πλεονέκτημα
Η κ. Σίντου υπογράμμισε ότι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της περιοχής είναι οι τοπικές ποικιλίες αμπέλου που καλλιεργούνται αποκλειστικά στην Ήπειρο. Ξεχωριστή θέση κατέχει η ΠΟΠ Ζίτσα και η ποικιλία Ντεμπίνα, η οποία, όπως σημείωσε, διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μεγάλη πολυπλοκότητα. «Υπάρχει μια ζώνη ΠΟΠ, η ΠΟΠ Ζίτσα για την ποικιλία Ντεμπίνα, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ιδιαίτερη πολυπλοκότητα», ανέφερε.
Οι περιορισμοί της ορεινής αμπελουργίας
Σύμφωνα με την πρόεδρο της ΕΝΟΑΒΕ, ένας βασικός λόγος που η Ήπειρος δεν έχει αποκτήσει ακόμη την αναγνωρισιμότητα άλλων ελληνικών ή ευρωπαϊκών οινοπαραγωγικών περιοχών είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραγωγής. Όπως εξήγησε, η περιοχή χαρακτηρίζεται από μικρούς κλήρους, περιορισμένες παραγωγές και έντονο ορεινό ανάγλυφο, στοιχεία που αυξάνουν το κόστος καλλιέργειας σε σχέση με πιο πεδινές αμπελουργικές ζώνες.
«Μιλάμε για μικρές παραγωγές. Οι παραγωγοί έχουν μικρό κλήρο. Μιλάμε για ορεινή περιοχή και το κόστος καλλιέργειας είναι πιο ψηλό από άλλες ζώνες οι οποίες είναι πεδινές», σημείωσε.
Ωστόσο, η ίδια εκτιμά ότι ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν και το μεγάλο πλεονέκτημα της περιοχής.
Το στοίχημα της επικοινωνίας του ηπειρώτικου αμπελώνα
Η κ. Σίντου υποστήριξε ότι η ορεινή αμπελουργία και ο ψυχρού κλίματος χαρακτήρας των αμπελώνων της Ηπείρου είναι στοιχεία που πρέπει να προβληθούν περισσότερο τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή αγορά. «Αυτό είναι το οποίο πρέπει να επικοινωνηθεί. Μιλάμε για μια ιδιαίτερη αμπελουργία ψυχρού κλίματος», τόνισε.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η περιορισμένη παραγωγή δεν επιτρέπει τη μαζική παρουσία των ηπειρώτικων κρασιών στις διεθνείς αγορές και στην εστίαση, γεγονός που δυσκολεύει την αναγνωρισιμότητά τους.
Η Ντεμπίνα ως πρεσβευτής της περιοχής
Καταλήγοντας, η πρόεδρος της ΕΝΟΑΒΕ υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας ισχυρών και αναγνωρίσιμων προϊόντων που θα λειτουργήσουν ως πρεσβευτές του ηπειρώτικου αμπελώνα. Όπως ανέφερε, η Ντεμπίνα διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να αναλάβει αυτόν τον ρόλο.
«Είναι πολύ σημαντικό να δημιουργηθούν εμβληματικά προϊόντα. Η Ντεμπίνα μπορεί να είναι ένα εμβληματικό προϊόν που να αναδεικνύει τη ζώνη της περιοχής».
«Το κρασί δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Πρέπει να είναι ένα κομμάτι του παζλ»
Τη στενή σχέση ανάμεσα στο κρασί, τη γαστρονομία και τη συνολική ταυτότητα ενός τόπου ανέδειξε επίσης η κα. Ελένη Σίντου, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη ενός ισχυρού γαστρονομικού brand για την Ήπειρο προϋποθέτει τη σύνδεση όλων των στοιχείων που συνθέτουν την τοπική εμπειρία.
Όπως ανέφερε, τα επιτυχημένα παραδείγματα οινικών περιοχών στην Ευρώπη δεν βασίζονται αποκλειστικά στο κρασί, αλλά σε ένα ολοκληρωμένο αφήγημα που περιλαμβάνει τον τόπο, το φαγητό, τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής.
Το κρασί ως μέρος μιας συνολικής εμπειρίας
Σύμφωνα με την κα. Σίντου, το κρασί αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας, δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει αποκομμένο από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της περιοχής. «Όταν μιλάμε για άλλες ευρωπαϊκές ζώνες, δεν μιλάμε μόνο για κρασί. Μιλάμε για έναν τρόπο ζωής, μιλάμε για το φαγητό, μιλάμε για τον τόπο», σημείωσε.
Όπως εξήγησε, η επιτυχία αυτών των προορισμών βασίζεται στην προβολή ενός ολοκληρωμένου πακέτου εμπειριών, μέσα στο οποίο το κρασί λειτουργεί ως ένα από τα βασικά, αλλά όχι μοναδικά, συστατικά.
«Το κρασί δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Πρέπει να είναι ένα κομμάτι του παζλ», τόνισε.
Από το αμπέλι στο τραπέζι του επισκέπτη
Η πρόεδρος της ΕΝΟΑΒΕ υπογράμμισε ότι η δημιουργία μιας αυθεντικής γαστρονομικής εμπειρίας προϋποθέτει τη σύνδεση όλων των κρίκων της αλυσίδας παραγωγής και φιλοξενίας. Όπως ανέφερε, ο επισκέπτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει τον αμπελουργό και τον αμπελώνα, να επισκεφθεί το οινοποιείο, να δοκιμάσει τα τοπικά κρασιά και τα προϊόντα της περιοχής στην εστίαση και στη συνέχεια να μπορεί να τα αναζητήσει και να τα αγοράσει.
«Είναι πάρα πολύ σημαντικό να δημιουργηθεί όλη αυτή η γαστρονομική εμπειρία. Από τον αμπελουργό, από το αμπελοτόπι, στο οινοποιείο, στην εστίαση και στα σημεία όπου μπορεί κάποιος να αγοράσει το προϊόν», ανέφερε.
Η γαστρονομία ως μοχλός ανάπτυξης
Η κ. Σίντου εκτίμησε ότι η γαστρονομία μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάπτυξη ολόκληρης της τοπικής οικονομίας, ενισχύοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα των παραγωγών.
«Η γαστρονομία είναι ένα όχημα που παρασύρει όλα τα υπόλοιπα κομμάτια», σημείωσε, εξηγώντας ότι μέσα από αυτήν μπορούν να ενισχυθούν το κρασί, η τοπική παραγωγή, η εστίαση και συνολικά η οικονομική δραστηριότητα της περιοχής.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της αυθεντικότητας σε κάθε στάδιο αυτής της εμπειρίας, ώστε ο επισκέπτης να αποκτά ουσιαστική γνώση του τόπου και των προϊόντων του.
Η εμπειρία που μετατρέπεται σε ζήτηση
Καταλήγοντας, η πρόεδρος της ΕΝΟΑΒΕ σημείωσε ότι η πραγματική αξία της γαστρονομικής εμπειρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι ο επισκέπτης μεταφέρει μαζί του τη γνώση και τις εντυπώσεις που απέκτησε. Όπως ανέφερε, όταν κάποιος γνωρίζει έναν τόπο μέσα από τα προϊόντα του, είναι πιο πιθανό να αναζητήσει τα ίδια προϊόντα και μετά την επιστροφή του.
«Να μεταφέρει αυτή τη γνώση στον τόπο του και να αναζητήσει αυτά τα προϊόντα, για να μπορεί σιγά σιγά να δυναμώνει και η ζήτηση και η υπεραξία των προϊόντων».
«Τα τοπικά προϊόντα πρέπει να μπουν πιο δυναμικά στην εστίαση της Ηπείρου»
Την ανάγκη να συνδεθεί ουσιαστικότερα η τοπική παραγωγή με την εστίαση ανέδειξε επίσης η κα. Σίντου, επισημαίνοντας ότι πολλά από τα προϊόντα που παράγονται στην Ήπειρο δεν έχουν ακόμη τη θέση που τους αξίζει στα εστιατόρια της περιοχής.
Όπως ανέφερε, ο επισκέπτης θα πρέπει μέσα από τη γαστρονομική εμπειρία να γνωρίζει τα τοπικά κρασιά, τα γαλακτοκομικά και τα υπόλοιπα προϊόντα του τόπου, ώστε στη συνέχεια να επισκέπτεται τους χώρους παραγωγής και να τα αναζητά στην αγορά.
Η ίδια αναγνώρισε ότι υπάρχουν επιχειρήσεις εστίασης που προβάλλουν συστηματικά τα ηπειρώτικα προϊόντα, ωστόσο εκτίμησε ότι συνολικά η εικόνα παραμένει ανεπαρκής. Παράλληλα, σημείωσε ότι οι τοπικοί παραγωγοί συχνά δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν σε τιμές πιο αναγνωρίσιμα προϊόντα άλλων περιοχών, γεγονός που επηρεάζει τις επιλογές των επαγγελματιών της εστίασης.
«Αν αυτό δεν λυθεί και δεν το δούμε σαν μια πολύ μεγάλη εμπειρία, από τον παραγωγό μέχρι και το τελικό σημείο, δεν θα αξιοποιηθούν επαρκώς τα τοπικά προϊόντα», τόνισε.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε την ανάγκη να διαμορφωθεί ένα κοινό αφήγημα για την Ήπειρο, στο οποίο η γαστρονομία θα λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην παραγωγή, την εστίαση και τον τουρισμό, ενισχύοντας την αξία και την αναγνωρισιμότητα των τοπικών προϊόντων.
Η Ντεμπίνα και το Βλάχικο μπορούν να χτίσουν υπεραξία για την Ήπειρο
Η Ελένη Σίντου υποστήριξε ότι οι γηγενείς ποικιλίες της Ηπείρου, όπως η Ντεμπίνα και το Βλάχικο, διαθέτουν μοναδικά χαρακτηριστικά και μπορούν να αποκτήσουν σημαντική αξία στην αγορά, χωρίς όμως να φτάσουν ποτέ τους όγκους παραγωγής μεγάλων ελληνικών ή διεθνών αμπελουργικών ζωνών.
Όπως ανέφερε, η Ντεμπίνα ξεχωρίζει για τα αφρώδη και χαμηλόβαθμα κρασιά που παράγει, ενώ το Βλάχικο δίνει λεπτεπίλεπτους ερυθρούς οίνους με ιδιαίτερη ταυτότητα. Σύμφωνα με την ίδια, η πραγματική υπεραξία αυτών των ποικιλιών μπορεί να προκύψει μέσα από τη σύνδεσή τους με τη γαστρονομία, τον τόπο και τη συνολική εμπειρία που προσφέρει η Ήπειρος.
«Ο τρόπος ζωής του Ηπειρώτη, το φαγητό, το κρασί και η φύση είναι αυτά που θα δημιουργήσουν την υπεραξία των προϊόντων και θα χτίσουν το αφήγημα της περιοχής», τόνισε.
Χρειάζεται κοινή στρατηγική για κρασί, παραγωγή και οινοτουρισμό
Η Ελένη Σίντου επισήμανε ότι η αμπελουργία στην Ήπειρο αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες, καθώς ο κλήρος είναι κατακερματισμένος και οι παραγωγοί αμείβονται χαμηλά. Όπως ανέφερε, η μεταποίηση προσπαθεί να αναδείξει τα τοπικά κρασιά και να χτίσει ισχυρά brands, χωρίς όμως να υποστηρίζεται από ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο που να συνδέει την παραγωγή, την εστίαση και τον τουρισμό.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η τοπική εστίαση δεν στηρίζει επαρκώς τα ηπειρώτικα κρασιά, ενώ και ο οινοτουρισμός παραμένει περιορισμένα ανεπτυγμένος. «Ο τουρίστας θέλει να πάρει όλη αυτή την εμπειρία και δεν υπάρχει ακόμη όλο αυτό το πακέτο ώστε να επωφεληθεί πλήρως», τόνισε.
Ποια είναι η Ελένη Σίντου
Η Ελένη Σίντου είναι χημικός και οινολόγος με πολυετή εμπειρία στους τομείς της αναλυτικής χημείας, της μικροβιολογίας, της οινολογίας και της διασφάλισης ποιότητας στον κλάδο των τροφίμων και του οίνου. Το 1989 αποφοίτησε από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Σόφιας στη Βουλγαρία, με κατεύθυνση την Αναλυτική Χημεία, ενώ το 1990 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο με το ίδιο γνωστικό αντικείμενο.
Κατά την περίοδο 1991–1992 εργάστηκε στο Εργαστήριο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο Τμήμα Υγιεινής, συμμετέχοντας σε χημικές και μικροβιολογικές αναλύσεις υδάτων στην Περιφέρεια Ηπείρου. Το 1992 συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα του ΙΚΑ Πειραιά με αντικείμενο τη μετανάστευση πλαστικοποιητών από τους σάκους αποθήκευσης αίματος στο αίμα, εφαρμόζοντας μεθόδους αέριας χρωματογραφίας. Από το 1992 έως το 1995 εργάστηκε στο Εργαστήριο Τροφίμων και Ποτών ΒΙΟΦΟΡΜΑ στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με χημικές και μικροβιολογικές αναλύσεις τροφίμων και ποτών.
Στη συνέχεια, από το 1995 έως το 1998, συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα ΠΑΒΕ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σε συνεργασία με τα Χυμοποιεία ΕΣΠΕΡΙΔΑ και το Οινοποιείο Ζίτσας, το οποίο αφορούσε την εφαρμογή της βιομηχανικής μεθόδου επίπλευσης στον καθαρισμό γλεύκους σταφυλιών και χυμών πορτοκαλιών και ακτινιδίων. Την περίοδο 1998–1999 συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα του Τμήματος Βιοχημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με αντικείμενο τη χαρτογράφηση στελεχών του ζυμομύκητα Saccharomyces cerevisiae στην ποικιλία Ντεμπίνα.
Από το 1999 έως σήμερα εργάζεται στην Α.Ε.Σ. Συνεταιριστική Οινοποιία Ηπείρου Α.Ε., στο Οινοποιείο Ζίτσας, όπου κατέχει τη θέση της προϊσταμένης παραγωγής. Παράλληλα είναι υπεύθυνη Εργαστηρίου και Ποιότητας Παραγωγής, έχοντας την ευθύνη της παρακολούθησης της οινοποιητικής διαδικασίας, του ποιοτικού ελέγχου και της εφαρμογής συστημάτων διασφάλισης ποιότητας.
Επιπλέον, συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων της εταιρείας ως υπεύθυνη οινολόγος. Παράλληλα με την επαγγελματική της δραστηριότητα, συνέχισε την ακαδημαϊκή της εξειδίκευση στον τομέα της οινολογίας. Κατά την περίοδο 2005–2007 ολοκλήρωσε σπουδές Οινολογίας στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ από το 2007 έως το 2010 πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο τη Χημεία Τροφίμων.
Την περίοδο 2012–2015 ολοκλήρωσε τέσσερα επίπεδα εξειδίκευσης στη γευσιγνωσία οίνων και αποσταγμάτων στο Ινστιτούτο WSPC Αθηνών. Από τον Ιούνιο του 2024 υπηρετεί ως Πρόεδρος της Ένωσης Οινοποιών Βορείου Ελλάδας, εκπροσωπώντας τον οινοπαραγωγικό κλάδο της Βόρειας Ελλάδας και συμβάλλοντας στην ενίσχυση της εξωστρέφειας, της ποιότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης του ελληνικού αμπελοοινικού τομέα.