Ο Φώτης Μποζιονέλος μιλά στο Cantina για την επάρκεια, τις εισαγωγές, την ευλογιά και την αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες
Η ιστορία ξεκινά το 1961, σε ένα μικρό κρεοπωλείο στην κεντρική αγορά του Άργους. Εξήντα χρόνια και τρεις γενιές μετά, το «μαγαζάκι της Μπελίνου» παραμένει στο ίδιο σημείο. Όχι μόνο ως επιχείρηση, αλλά ως σημείο αναφοράς – ένα κομμάτι μνήμης και συνέχειας για την οικογένεια.
Σήμερα, ο όμιλος έχει εξελιχθεί σε ένα δίκτυο δέκα εταιρειών, που απασχολούν περισσότερους από 300 εργαζόμενους και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: από εισαγωγές και εξαγωγές μέχρι αποθήκευση, μεταφορά και διάθεση νωπών και κατεψυγμένων προϊόντων.
Ο Φώτης Μποζιονέλος είναι ένα από τα πρόσωπα της τρίτης γενιάς της επιχείρησης. Από μικρός ήταν εκεί τα καλοκαίρια και τις γιορτές. Φόρτωνε, ξεφόρτωνε, έκοβε κρέατα. Αποφοίτησε το 2013 από το Τμήμα Διοίκησης Αγροτικών Επιχειρήσεων και Τροφίμων του Πανεπιστημίου της Πάτρας, και όταν έπρεπε να πάρει την απόφαση για το αν θα φύγει για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, άνοιξε τελικά το κρεοπωλείο μέσα στην κρεαταγορά του Ρέντη.
Η σιωπηλή κατάρρευση των αμνοεριφίων
Μια χώρα που κάποτε εξήγαγε σήμερα δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της. Η αλλαγή αυτή δεν προέκυψε απότομα. Ξεκίνησε τα τελευταία πέντε χρόνια και επιταχύνθηκε. «Ο κτηνοτρόφος ήταν πάντα ο πιο αδύναμος κρίκος. Και οι νέοι δεν μπαίνουν στο επάγγελμα», εξηγεί ο Φώτης.
Φώτης Μποζιονέλος: «Δεν υπάρχουν ζώα»
Η φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, αλλά το βάρος της είναι πραγματικό. «Δεν υπάρχουν ζώα πλέον», λέει. «Και πολλοί κτηνοτρόφοι δεν θα συνεχίσουν πια». Η ασθένεια έχει περιορίσει δραστικά το ζωικό κεφάλαιο, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει το ρίσκο και την αβεβαιότητα για τους παραγωγούς. Οι τιμές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια. Και η στήριξη; Αργή, όταν υπάρχει. «Ακόμα κι αν εγκριθούν κονδύλια, μέχρι να φτάσουν είναι αργά».
Πάσχα με λιγότερα – και διαφορετικά
Καθώς πλησιάζει το Πάσχα, η πίεση γίνεται πιο ορατή. Οι εισαγωγές από χώρες των Βαλκανίων γίνονται για να καλύψουν το κενό, αλλά οι διαδικασίες ελέγχου καθυστερούν τα πάντα. Δείγματα, εγκρίσεις, ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος εδώ. Και στο μεταξύ, λείπουν πράγματα που θεωρούνταν δεδομένα. Για προληπτικούς λόγους, τα εντόσθια αφαιρούνται από την αγορά, ακόμη και όταν είναι υγιή. Η συνέπεια είναι άμεση. «Μπορεί να υπάρξει πρόβλημα με τη μαγειρίτσα και το κοκορέτσι», λέει. «Το βλέπουμε ήδη».
Στην επιλογή μεταξύ αρνιού και κατσικιού, η εικόνα παραμένει σαφής: περίπου το 80% των καταναλωτών προτιμά το αρνί, με το κατσίκι να ακολουθεί.
Ωστόσο, η άνοδος των τιμών έχει αλλάξει τον τρόπο αγοράς. Όλο και λιγότεροι αγοράζουν ολόκληρο ζώο. Οι περισσότεροι στρέφονται σε μισό αρνί ή σε επιμέρους κομμάτια για τον φούρνο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παραδοσιακά παρασκευάσματα. Το κοκορέτσι και η γαρδούμπα δεν φτιάχνονται πια στο σπίτι όσο παλιά. Αγοράζονται έτοιμα.
Ποιότητα ή προέλευση;
Το ερώτημα παραμένει, ειδικά στην Ελλάδα: ελληνικό ή εισαγόμενο; Η απάντηση δεν είναι πάντα αυτή που περιμένει κανείς. Οι μεγαλύτεροι επιμένουν στο «ελληνικό». Οι νεότεροι όχι τόσο.
«Ο καταναλωτής δεν μπορεί να το καταλάβει εύκολα», λέει. «Εγώ δίνω και στα παιδιά μου και από τα δύο. Αυτό που κοιτάω είναι η ποιότητα». Μια απάντηση μάλλον αναπάντεχη, που απομακρύνεται από την ιδέα της «ταυτότητας» και επιστρέφει στο ίδιο το προϊόν.
Φωτογραφία: Νίκος Κόκκας
Δείτε επίσης