Ο τίτλος «The Food Architect» γεννήθηκε το 2013, όταν ο Κάρολος Μιχαηλίδης σπούδαζε Αρχιτεκτονική. «Τότε συνειδητοποίησα πως, όπως στην αρχιτεκτονική σχεδιάζεις χώρους, στη μαγειρική “σχεδιάζεις” γεύσεις: με ρυθμό, ισορροπία και υλικά που αλληλεπιδρούν». Δεν πρόκειται για brand name, αλλά για τρόπο σκέψης. Για μια δημιουργική διπλή ταυτότητα που ενώνει το χτίσιμο με το μαγείρεμα.

Για τον Κάρολο, το φαγητό δεν είναι απλώς κάτι που τρώγεται. Είναι κάτι που θυμάσαι. Κάτι που μυρίζει Κυριακή και κατσαρόλα στη φωτιά.

Μαγειρεύοντας τη μνήμη

Η μαγειρική, για τον Κάρολο, είναι διάλογος με το παρελθόν. Παράδοση, χιούμορ και, όπως λέει ο ίδιος, «αρκετό στρες» συνθέτουν τη γαστρονομική του ταυτότητα. Στα social, αυτή η σχέση με τη μνήμη γίνεται ορατή όταν μαγειρεύει απλές, καθημερινές συνταγές μαζί με τη γιαγιά του. Χωρίς φίλτρα, χωρίς εντυπωσιασμούς. Ένα φαγητό κατσαρόλας, μια μακαρονάδα, ένα αυγό τηγανητό με ζεστό ψωμί. Κι όμως, αυτά τα βίντεο είναι που αγγίζουν περισσότερο τον κόσμο.

«Όποιος συντονίζεται με τη φάτσα μου, την αισθητική μου, τη γιαγιά μου ή τις συνταγές μου – ευπρόσδεκτος», λέει. Εκεί βρίσκεται και το μυστικό της απήχησης: όχι στο virality ως στόχο, αλλά στη συγκίνηση ως αποτέλεσμα. Η μνήμη, άλλωστε, είναι το πιο ισχυρό seasoning.

Ο ίδιος βλέπει το Instagram σαν ένα ψηφιακό τραπέζι. Ένα προσωπικό ημερολόγιο, όπου χωράνε και αστεία, και υπαρξιακοί προβληματισμοί, και μια συνταγή της στιγμής. Δεν το χρησιμοποίησε ποτέ ως εργαλείο βιοπορισμού. «Φροντίζω να υπάρχω και έξω από αυτό» υποστηρίζει, εξηγώντας γιατί κάθε Σεπτέμβρη κλείνει τα social για έναν μήνα. Για να θυμηθεί -και να θυμίσει στον εαυτό του- ότι η ζωή συνεχίζεται και χωρίς views.

Η εικόνα παίζει ρόλο;

Ναι, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Ο Κάρολος Μιχαηλίδης επηρεασμένος από τη γαστροφυσική και τη σκέψη ότι η γεύση είναι πολυαισθητηριακή εμπειρία, ο ίδιος πιστεύει πως τρώμε και με τα μάτια, και με τα χέρια, και με τη μνήμη. «Ένα πιάτο χωρίς αφήγηση είναι σαν ένα κτίριο χωρίς ιστορία. Μπορεί να είναι όμορφο, αλλά του λείπει ψυχή».

Γι’ αυτό και η αφήγηση είναι για εκείνον το πιο σημαντικό στοιχείο. Δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκη: αρκεί μια ανάμνηση, ένα άρωμα, μια εικόνα. Όπως ακριβώς συμβαίνει όταν βλέπεις τη γιαγιά του να ανακατεύει μια κατσαρόλα – και ξαφνικά θυμάσαι τη δική σου.

Το virality, λέει, αν γίνει στόχος, σκοτώνει τη δημιουργικότητα. Προτιμά να απευθύνεται σε λιγότερους, πιο επιλεκτικά. Να κάνει κάτι που τον εκφράζει, ακόμα κι αν το δουν λίγοι. «Τα περισσότερα πράγματα που με κάνουν περήφανο δεν τα έχω ανεβάσει στο Instagram».

Δείτε επίσης

10AM apotheke: Μια «αποθήκη» γεμάτη αναμνήσεις στον Κεραμεικό