Η γαστρονομία μιας πόλης δεν είναι ποτέ μόνο θέμα συνταγών. Είναι ιστορία, μετακινήσεις πληθυσμών, εμπόριο, παραγωγή και καθημερινότητα. Στη γαστρονομία της Θεσσαλονίκης, όλα αυτά συνυπάρχουν στο ίδιο τραπέζι και αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητάμε στο 4o Cantina Academy.

Τα κομμάτια που συνθέτουν τη γαστρονομία της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη δεν «έφτιαξε» γαστρονομία από το μηδέν αλλά τη συνέθεσε. Τη δανείστηκε, τη μετέφρασε, την ενσωμάτωσε στην καθημερινότητά της και τελικά την έκανε ολόδική της, με τον τρόπο που μόνο μια πόλη-λιμάνι ξέρει: μέσα από τις μετακινήσεις των πληθυσμών, του εμπορίου, της εργασίας και της μνήμης. Αν ψάχνουμε τι κάνει τη Θεσσαλονίκη γαστρονομικά ξεχωριστή, η απάντηση δεν βρίσκεται σε ένα πιάτο-σύμβολο, αλλά στη συνύπαρξη διαφορετικών εθίμων που έμαθαν να λειτουργούν μαζί, στο ίδιο τραπέζι.

Αυτό το μωσαϊκό είναι διάχυτο στην πόλη. Στις μυρωδιές από μπαχαρικά και ψησίματα, στο λεξιλόγιο των μαγέρικων, των φούρνων και των ζαχαροπλαστείων, στο πώς τα οικογενειακά φαγητά συνδυάζουν κύμινο με δυόσμο, στο πώς οι πίτες συνυπάρχουν φυσικά με τα σιροπιαστά, στο πώς το φαγητό «στο χέρι» δεν δηλώνει έναν ρυθμό καθημερινότητας.

Η σεφαραδίτικη κληρονομιά έβαλε τα θεμέλια μιας αστικής κουζίνας όπου η εποχικότητα είναι αναγκαία και όπου η οργάνωση, η προετοιμασία και η οικονομία υλικών διαμορφώνουν τον τρόπο του μαγειρέματος. Αργά μαγειρέματα με βάθος στη γεύση, μελωμένα λαχανικά, όσπρια που πρωταγωνιστούν στο κύριο πιάτο, στοιχεία, δηλαδή, που ταιριάζουν απόλυτα σε μια πόλη με ισχυρή αγορά αλλά και έντονη οικιακή μαγειρική, ιδιαίτερα στα χρόνια που η ζωή χτιζόταν γύρω από τη γειτονιά.

Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα «έδεσε» και η ανατολίτικη γραμμή της πόλης. Μπαχαρικά, φύλλο, σιρόπι, κεμπάπ, κεφτέδες και φαγητά ταψιού, μαζί με τις τεχνικές τους, ενσωματώθηκαν στο πιάτο. Το φύλλο, σε πίτες, μπουγάτσες και γλυκά, ανέδειξε τη Θεσσαλονίκη σε πόλη του «φούρνου», με ισχυρή παράδοση σε εργαστήρια και τεχνίτες. Τα σιροπιαστά αποτέλεσαν μέρος μίας κουλτούρας γλυκού όπου η υφή, το άρωμα και ο χειρισμός της ζάχαρης παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Στα αλμυρό πιάτο γεύσεις με κύμινο, μπαχάρι, κανέλα και πιπέρι παίζουν με τις ισορροπίες και εξηγούν γιατί το θεσσαλονικιώτικο φαγητό έχει ένταση ακόμη και στις πιο απλές εκδοχές του.

Μετά το 1922, η μικρασιάτικη κουζίνα έφερε και τη λογική της νοστιμιάς από τα λίγα και τα βρισκούμενα, στο φαγητό που ταΐζει πολλούς. Έτσι, τα μελωμένα μαγειρευτά της κατσαρόλας, τα ζυμώματα, οι διάφοροι κιμάδες και τα σιγομαγειρέματα μπήκαν στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα της πόλης και, τελικά, έγιναν σταθερές. Οι λεπτές διαφοροποιήσεις, λίγο περισσότερο κύμινο, άλλα μυρωδικά, άλλη υφή στα «βομβίδια» και στα σουτζούκια, είναι ο τρόπος που οι κοινότητες κράτησαν τις συνταγές τους ζωντανές στην πάροδο των χρόνων.

Παράλληλα, η ποντιακή κουζίνα πρόσθεσε ζύμες, δημητριακά, τεχνικές και μια προσέγγιση με απλότητα, δίνοντας στην πόλη την άνεση να κινείται από το «βαρύ» στο «ελαφρύ», με επιμέλεια. Σε αυτό το ήδη πολυεπίπεδο τοπίο, μαζί και η βαλκανική γειτονιά, έφερε την κουλτούρα του μεζέ και του μοιράσματος. Κρέας, ψητό, τηγανιές, λουκάνικα και ζεστές σάλτσες στήνονται γύρω από ένα τραπέζι νοστιμιάς, με αδιάκοπη ροή μερακλίδικων γεύσεων όπου κάτι έρχεται, κάτι φεύγει, κάτι μπαίνει στη μέση.

Η έξοδος είναι συνήθεια. Γι’ αυτό και η πόλη ανέπτυξε μια ισχυρή ταυτότητα γύρω από χώρους που δεν δημιουργούνται για να υπόσχονται «εμπειρίες», αλλά για να έχουν συνέπεια. Έτσι, η αγορά των παραγωγών και η μαζική εστίαση λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Το ίδιο ισχύει και για το street food. Το κουλούρι της Θεσσαλονίκης, η γλυκιά και η αλμυρή μπουγάτσα, τα πληθωρικά σάντουιτς, τα αφράτα πιροσκί και οι μικρές στάσεις για κάτι πρόχειρο χαρτογραφούν την πόλη με διαδρομές δουλειάς, σχολείου, αγοράς. Ακόμη και τα γλυκά, όπως τα τρίγωνα Πανοράματος, εντάσσονται σε μια καθημερινή γλυκιά κουλτούρα που αφορά τη γειτονιά, τις γιορτές και τη λογική «να υπάρχει κάτι στο σπίτι».

Το καλό είναι ότι η σύγχρονη γαστρονομική σκηνή της Θεσσαλονίκης δεν έρχεται να αναιρέσει όλα τα παραπάνω. Μελετάει και δουλεύει πάνω τους με εποχικότητα και έμφαση στην πρώτη ύλη, χωρίς να κόβει τον ομφάλιο λώρο με την αγορά και τη μνήμη. Έτσι λειτουργεί αυτή η πόλη. Μπουγάτσα το πρωί, μεζεδάκια το μεσημέρι, μια πιο σύγχρονη εκδοχή της ίδιας λογικής το βράδυ. Νόστιμα πιάτα, σωστή πρώτη ύλη, παρέα.

Η γαστρονομία της Θεσσαλονίκης και η παραγωγή πίσω από την πόλη

Ο μακεδονικός κάμπος αποτελεί τον βασικό κορμό της αγροτικής παραγωγής σε μια σειρά από κρίσιμα προϊόντα. Τα στοιχεία των τελευταίων ετών δείχνουν ότι παράγει, σχεδόν, το σύνολο της ελληνικής παραγωγής ρυζιού, με το ποσοστό να κινείται μεταξύ 85% και 90%. Η εικόνα είναι αντίστοιχη και στη μυδοκαλλιέργεια του Θερμαϊκού, όπου η παράκτια ζώνη του συγκεντρώνει περίπου το 80% έως 90% της εθνικής παραγωγής μυδιών.

Στα αροτραία προϊόντα, ο ρόλος του κάμπου παραμένει καθοριστικός. Η παραγωγή αραβόσιτου αντιστοιχεί σε περίπου 30% έως 35% της συνολικής ελληνικής παραγωγής, ενώ στα σιτηρά το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 25% και 30%.

Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η παραγωγή και στα κηπευτικά. Στην παραγωγή ξηρού κρεμμυδιού τα ποσοστά αγγίζουν το 35% έως 40% σε εθνικό επίπεδο, ενώ στα φυλλώδη λαχανικά η συμμετοχή της περιοχής υπολογίζεται γύρω στο 30%. Στα φρούτα, ιδίως η περιοχή που εκτείνεται προς Πέλλα και Ημαθία, συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά πανελλαδικά. Στα ροδάκινα, τόσο επιτραπέζια όσο και συμπύρηνα, η παραγωγή της περιοχής αντιστοιχεί σε περίπου 70% έως 75% του συνόλου της χώρας, ενώ στα κεράσια το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 60% και 65%.

Η συμβολή του κάμπου είναι σημαντική και στη ζωική παραγωγή. Στο αγελαδινό γάλα, η Κεντρική Μακεδονία παράγει περίπου το 35% έως 40% της εθνικής ποσότητας, στηρίζοντας τόσο τη βιομηχανία γάλακτος όσο και την παραγωγή τυροκομικών. Τέλος, στην παραγωγή αλατιού, η Αλυκή Κίτρους αποδίδει περίπου το 25% έως 30% της ελληνικής παραγωγής.

Φωτογραφίες: Όλγα Δεϊκου, Αργύρης Βαλασιάδης

4ο Cantina Academy, 17 Φεβρουαρίου 2026, στη Θεσσαλονίκη

Αυτές οι θεματικές που αφορούν στην πόλη, στη γαστρονομία της και την παραγωγή της, βρίσκονται στο επίκεντρο του:
«4ου Cantina Academy – Διασφαλίζοντας το μέλλον της τροφής»
και θα αναλυθούν στην Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026, στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης.

 

Δείτε το πρόγραμμα και τους ομιλητές