Στην καρδιά της Αρεόπολης, λίγα βήματα από την ιστορική πλατεία της 17ης Μαρτίου, εκεί όπου η Μάνη κουβαλά ακόμη μνήμη της Επανάστασης, υπάρχει ένας φούρνος που μοιάζει να έχει σταματήσει τον χρόνο. Πίσω από το πέτρινο πηγάδι της πλατείας, ο παραδοσιακός ξυλόφουρνος «Το ψωμί της Μηλιάς» συνεχίζει να σκορπά καθημερινά τη μυρωδιά του προζυμιού και του ξύλου, όπως κάνει πάνω από δύο αιώνες.

Η κυρά-Μηλιά μπορεί να έφυγε από τη ζωή, όμως ο φούρνος της παραμένει ζωντανός. Τη σκυτάλη έχουν πλέον αναλάβει ο γιος της, Γιώργος Τσατσούλης, και η σύζυγός του, Αντζέλικα Χόρβατ, η οποία ήρθε από τη Ρουμανία στη Μάνη και έγινε κομμάτι μιας παράδοσης που κρατά δεκαετίες.

«Τον φούρνο τον παρέλαβα από την πεθερά μου και εκείνη από τη δική της πεθερά», λέει η Αντζέλικα. Μέσα σε μία μόνο φράση χωράει ολόκληρη η ιστορία του φούρνου: μια αλυσίδα ανθρώπων, γυναικών κυρίως, που κράτησαν ζωντανή τη φωτιά και τις συνταγές.

Η κυρά-Μηλιά και η ψυχή του φούρνου

Όσοι πέρασαν από την Αρεόπολη γνώρισαν την κυρά-Μηλιά. Άλλοι για το περίφημο ψωμί της, άλλοι για τα λαλάγγια και τις πίτες της, μα οι περισσότεροι θυμούνται τον χαρακτήρα της.

«Ήταν πολύ καλοσυνάτη, ευαίσθητη αλλά και σκληρή ταυτόχρονα. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει», θυμάται η Αντζέλικα.

Η ζωή της κυρά-Μηλιάς ήταν δεμένη με τον φούρνο. Έμεινε χήρα πολύ νέα και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στα παιδιά της και στον ξυλόφουρνο της οικογένειας, μετατρέποντάς τον σε σημείο αναφοράς για όλη τη Μάνη. Το ψωμί της είχε μάλιστα βραβευτεί το 2012 σε πανελλήνιο διαγωνισμό, ενώ το όνομά της ταξίδεψε πέρα από τα σύνορα της Λακωνίας.

Η Αντζέλικα εξηγεί πως ο κόσμος δέθηκε μαζί της γιατί «ό,τι ώρα και να τη χρειάζονταν, ήταν εδώ. Από το ξημέρωμα μέχρι τη νύχτα. Δεν κοίταζε τίποτα άλλο, μόνο πώς να εξυπηρετήσει».

Το βιβλίο με τις συνταγές και τα «κοιμισμένα» κουλούρια

Στον φούρνο τίποτα δεν αλλάζει εύκολα. Οι συνταγές παραμένουν ίδιες, γραμμένες ακόμη με το χέρι της κυράς-Μηλιάς σε ένα παλιό τετράδιο που η Αντζέλικα ανοίγει σχεδόν καθημερινά.

«Έχω το βιβλίο της με τις συνταγές και τα γράμματά της. Άλλα τα θυμάμαι απ’ έξω, άλλα τα διαβάζω πάλι από το βιβλίο της», λέει.

Από τα πιο αγαπημένα προϊόντα του φούρνου είναι οι μανιάτικες τηγανίδες ή λαλάγγια, οι οποίες παραδοσιακά φτιάχνονταν τα Χριστούγεννα. Ζυμωμένες με προζύμι, ελαιόλαδο και αλάτι, τηγανίζονται μέχρι να γίνουν τραγανές και χρυσαφένιες. Στη Μάνη αποτελούσαν για χρόνια βασικό γιορτινό έδεσμα και συνόδευαν κάθε οικογενειακό τραπέζι.

Ξεχωριστή θέση έχουν και τα λεγόμενα «κουλούρια κοιμισμένα». Η ονομασία τους προέρχεται από τον τρόπο παρασκευής τους.

«Τα ζυμώνουμε, τα πλάθουμε και τα αφήνουμε όλη τη νύχτα σκεπασμένα να «κοιμηθούν», δηλαδή να φουσκώσουν», εξηγεί η Αντζέλικα.

Τα μυστικά του ξυλόφουρνου

Ο φούρνος μπορεί να έχει αναπαλαιωθεί εξωτερικά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όμως στο εσωτερικό του παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος. Οι παλιές πυρόπλακες συνεχίζουν να ψήνουν το ψωμί όπως παλιά και τίποτα δεν θυμίζει σύγχρονη βιομηχανική αρτοποιία.

«Και να θέλουμε δεν μπορούμε να τον εκσυγχρονίσουμε. Μέσα είναι όπως ήταν παλιά», λέει χαρακτηριστικά.

Η ίδια κουβαλά ακόμη μικρά μυστικά που της έμαθε η πεθερά της. Ένα από αυτά αφορά τα ξύλινα «φτυάρια» με τα οποία μπαίνουν τα ψωμιά στον φούρνο.

Η διαδικασία είναι σχεδόν τελετουργική: τα ξύλα βυθίζονται για καιρό μέσα σε ελαιόλαδο μέχρι να ποτίσουν καλά και να βυθιστούν στον πάτο του δοχείου. Μόνο τότε θεωρούνται έτοιμα για χρήση.

«Έτσι δεν σπάνε. Μπαίνουν και βγαίνουν χιλιάδες φορές τη μέρα από τον φούρνο», λέει.

Το ψωμί της Μηλιάς: Η επόμενη γενιά στο φούρνο 

Παρά τις ατελείωτες ώρες δουλειάς, η οικογένεια δεν σκέφτηκε ποτέ να αφήσει τον φούρνο. Οι μέρες ξεκινούν συχνά στις τρεις τα ξημερώματα και τελειώνουν αργά το βράδυ, ιδιαίτερα το καλοκαίρι και τις γιορτές.

«Η δυσκολία είναι η κούραση και η αϋπνία. Είναι πολλές ώρες. Μπορεί να ξεκινήσεις τρεις το πρωί και να τελειώσεις δέκα το βράδυ», παραδέχεται η Αντζέλικα.

Κι όμως, η ιστορία φαίνεται πως θα συνεχιστεί. Από τις τρεις κόρες της οικογένειας, η μικρότερη έχει ήδη επιλέξει να σπουδάσει αρτοποιία και ζαχαροπλαστική. «Θα μείνει η μικρή μας», λέει η Αντζέλικα με περηφάνια.

Και μαζί της θα περάσουν στην επόμενη γενιά όχι μόνο οι συνταγές, αλλά και όσα δεν γράφονται σε κανένα βιβλίο: η υπομονή, το ξενύχτι, η μυρωδιά του ξύλου και η επιμονή να μένει ζωντανός ο φούρνος «Το Ψωμί της Μηλιάς» που εδώ και σχεδόν διακόσια χρόνια αποτελεί κομμάτι της ψυχής της Μάνης.